ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

245ΜΑΙΟΣ 2002

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 15897 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
68 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η γέννηση της γελοιογραφίας κατά τη ελληνική αρχαιότητα — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 15897 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 245

Κείμενο φύλλου

«Χιοῦμορ»: Ἡ «ἄλλη» ὄψη τῆς ἀλήθειας Τὸ γέλιο δὲν εἶναι μόνο μιὰ φυσικὴ ψυχοσωματικὴ ἐκδήλωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου καὶ ὡς κοινωνικῆς ὀντότητας ἀλλὰ καὶ ἕνα θεμελιῶδες στοιχεῖο πολιτισμοῦ. Ὅμως, ἐνῷ ἡ ὕπαρξή του παρατηρεῖται σὲ ὅλες ἀνεξαιρέτως τὶς φυλὲς καὶ τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου, τὰ αἴτια ποὺ τὸ προκαλοῦν ἀπαντῶνται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν πλέον σύνθετη καὶ τεχνοποιημένη μορφή τους ἀποκλειστικὰ στὴν Ἑλληνικὴ Ἀρχαιότητα. Πέρα ἀπὸ τὰ θεατρικὰ εἴδη τῆς κωμῳδίας, τῶν φλυάκων, τῶν κλαυσιγελώτων ἀλλὰ καὶ τῶν λογοπαιγνίων, τῶν σοφισμάτων, τῶν ἀνεκδότων καὶ τῶν σκωμμάτων, τὸ κεφάλαιο τοῦ «χιοῦμορ» στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα περιλαμβάνει καὶ τὴν γελοιογραφία ὡς κατ’ ἐξοχὴν ἐπινόηση τῶν προγόνων μας. Ἡ ἀπεικόνιση μιᾶς σκηνῆς ἢ μιᾶς ἁπλῆς μορφῆς ποὺ προκαλεῖ εὐθυμία, ἀνεξάρτητα ἀπ’ τὸ ἐὰν καὶ κατά πόσον ἔχει ἱστορικὴ ἢ φανταστικὴ προέλευση, συνετελεῖτο τόσο διὰ τῆς γλυπτικῆς ὅσο καὶ διὰ τῆς ζωγραφικῆς – καὶ δὴ τῆς ἀγγειογραφίας. Στὴν πρώτη περίπτωση ἔχουμε μεταξὺ ἄλλων διάφορα πήλινα εἰδώλια, ποὺ ἀναπαριστοῦν χαρακτηριστικοὺς τύπους τῆς Ἀθηναϊκῆς κωμῳδίας, ὅπου κατὰ κόρον ἀποτυπώνονται μὲ ἀπόλυτη μιμητικὴ τελειότητα οἱ συνήθειες, οἱ μορφασμοὶ καὶ οἱ στάσεις τοῦ σώματος ποὺ ὑποδηλοῦν καταστάσεις ὅπως θλίψη, πανουργία, περίσκεψη, εἰρωνεία, ὀργή, σαρκασμό. Μακρὰ πορεία ἀπὸ τὴν Προϊστορία ø̔στόσο τὰ πλέον ἀσφαλῆ συμπεράσματα γιὰ τὴν ὑφὴ καὶ τοὺς σκοποὺς ποὺ ἐξυπηρετοῦσε ἡ ἀρχαία γελοιογραφία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαχθοῦν κυρίως ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν σῳζομένων ζωγραφικῶν παραστάσεων μὲ χιουμοριστικὸ περιεχόμενο, ποὺ χρονολογοῦνται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον στὸν 5ο καὶ τὸν 4ο αἰῶνα π.X., χωρὶς αὐτὸ ἀπαραίτητα νὰ σημαίνῃ ὅτι σὲ προγενέστερες ἐποχὲς ἡ γελοιογραφικὴ τέχνη καὶ ἡ αἰσθητική της ἦταν ἀνύπαρκτες. Κωμικὰ στοιχεῖα ἐντοπίζονται καὶ σὲ ζωγραφικὰ καὶ γλυπτικὰ ἔργα, ποὺ ἀνάγονται ὄχι μόνο στὴ Γεωμετρικὴ ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὴν Προϊστορικὴ περίοδο. Ἴσως ἡ ἀδυναμία ἀμέσου ἐντοπισμοῦ τῶν στοιχείων αὐτῶν νὰ ὀφείλεται στὸ πρῖσμα τῆς «σοβαρῆς» ἐπεξεργασίας τῶν ἀρχαιολογικῶν δεδομένων τους, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →