ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

246ΙΟΥΝΙΟΣ 2002

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 15940 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
33 ἀπό 89
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Όταν πετάς μόνος στη στρατόσφαιρα (ή η αυταπάτη της θεοκρατικής πίστης) — ΓΛΑΡΟΣ, ΠΑΝΤΕΛΗΣ
    ἀρχή: σελ. 15940 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 246

Κείμενο φύλλου

ΟΤΑΝ ΠΕΤΑΣ ΜΟΝΟΣ ΣΤΗ ΣΤΡΑΤΟΣΦΑΙΡΑ (ἢ Η ΑΥΤΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΘΕΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ) °ύριζα μαγεμένος στὰ φῶτα τῆς νύχτας, χάνοντας τὸν προσανατολισμό μου σὲ γνωστὰ μέρη καὶ ἀνανεώνοντας ἔτσι τὴν καθημερινότητα. Πιλότοι ἀεροσκαφῶν θὰ τὸ ἔτρεμαν, κι ἐγὼ τυχερὸς κολύμπαγα μέσ’ στὴν ποίηση, κάτι τέτοιες ὧρες! Βλέπεις κανένας κινητήρας ἀεροσκάφους δὲν δούλευε τώρα γιὰ μένα, ὥστε στὸ «χάσιμο» νὰ μοῦ τρίξῃ τὰ δόντια· ὁ ἄτεγκτος νόμος τῆς διατήρησης τῆς ἐνέργειας, καθὼς θὰ σώνωνται τὰ καύσιμα... Ἔννοια σου, καὶ τὴν ξέρω αὐτὴ τὴ «γλύκα» γιὰ τοῦτο, ἀπελευθερωμένος ἀπὸ τὰ χάμουρα, ἐλαφροπερπατοῦσα δυὸ φορές ἐλαφρύτερα. Ποτὲ δὲν μπορεῖς νὰ ξεφύγῃς ἀπόλυτα· κάπου θὰ δώσῃς, κάπου θὰ πάρῃς. Ἢ θὰ βοΐζουν οἱ κινητῆρες κι ἐσὺ θὰ ὑπολογίζῃς μετρώντας τὰ πάντα, ὥστε νὰ μαγεύῃς τὶς κόμπρες τῆς ἀνάγκης, καθὼς οὔτε ἡ ταχύτητα οὔτε ἡ πορεία οὔτε τὸ ὕψος θὰ σοῦ κάνουν πίστωση! Τὰ πάντα τοῖς μετρητοῖς, ἕτοιμες νὰ σὲ δαγκώσουν... Καημένη ποίηση, πόσο ἀλλοιώτικη εἶσαι μέσα στὴ νύχτα· ἀνοίγεσαι καὶ δὲν σὲ νοιάζει ποὺ χύνεται ἡ ψυχή σου στὸ δρόμο καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη οὔτε ἀπὸ τοὺς κλέφτες οὔτε ἀπὸ τὴ σκουπιδιάρα τοῦ δήμου, καθὼς καθαρίζει τὰ κράσπεδα. Κι ἂν ἀπ’ τὴ συγκίνηση σοὔρθη κόμπος ἢ κάποιο δάκρυ, κανένας μηχανικὸς δὲν θὰ ἐνδιαφερθῇ γιὰ τὴ «βλάβη». Ἐκεῖ μόνος σου μέσα στὴ νύχτα μὲ ὅλη τὴ λειτουργικότητα τοῦ βιολογικοῦ, ὅπου τὸ ἴδιο ἐπεμβαίνει στὶς ἐπισκευὲς ἀναπληρώνοντας, ἐκεῖ θὰ τὸ πληρώσῃς μόνος σου, ἀπὸ τὶς ἴδιες σου τὶς σάρκες. Κανένας λογαριασμός σου γιὰ καύσιμα, ἐπισκευὲς κ.λπ. δὲν θὰ πληρωθῇ ἀπὸ καμμιὰ ἑταιρεία. Μόνος στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας, ὅπου, γιὰ νὰ τὸ βλέπῃς καλύτερα, τὸ παραμερίζουν λίγο τὰ φῶτα... Ὁ φθορίζων πίνακας τῶν ὀργάνων πτήσεως μὲ τὶς ἐνδείξεις του σοῦ δείχνει τοὺς ἀπαράβατους ὅρους τοῦ συμβολαίου, ἔτσι ποὺ μὲ ὑπολογισμὸ εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσῃς. Ἀλήθεια, στὴν ξεχειλισμένη σου ψυχὴ μέσ’ στὴ νύχτα τί ἆραγε ἔφερε στὴ συγκίνηση; Ναί, εἶναι πιὸ σκοτεινὸ καὶ ἀόρατο ἀπ’ τὸν κατάφωτο πίνακα ὀργάνων, ὁ ὁποῖος στὸ κάτω κάτω ἔχει νούμερα. Τίποτα στὴ συγκίνηση δὲν ἀριθμεῖται κι εἶν’ ἄλλη ἡ διάσταση τοῦ κόσμου, ποὺ σὲ φέρνει. Οὔτε ἐφευρέσεις οὔτε μαθηματικὰ οὔτε ἀεροδυναμικὲς σήραγγες καὶ δοκιμαστὲς πιλότοι. Ὄχι, μόνος σου, χωρὶς τίποτα στὸ χάος, θὰ βγάλῃς τὴν ἔκσταση. Θὰ τὴν ἀνασύρῃς ἀπ’ τὰ κρησφύγετά της, ἔτσι ποὺ θὰ σὲ δονῇ. Ὅπου ὅλα στριφογυρίζουν μισοελεγχόμενα – μισοχαμένα, ὥστε τελικὰ αὐτὸ τὸ ἀπώτερο κάτι ἀπὸ κάτω μας νὰ μᾶς τραβᾶ στὸ δρόμο του παρ’ ὅλους τοὺς κομπασμούς μας. Τίποτα δὲν εἶναι δικό μας καὶ παρὰ πᾶσα προσκόλληση ἀπὸ τὴ μήτρα, ἀκόμα κι ἀπ’ τὴ μάνα, θὰ ἀποσύρῃ τὴν συμμαχία του μὲ ἐσένα, ποὺ πίστευες, ὥστε κατάμονος στὸ ὁρμητικὸ ποτάμι ποὺ «τὰ πάντα ρεῖ», αὐτὸ τὸ ἀνέκφραστο «κάτι» τῆς μοναξιᾶς νὰ στήσῃ τὴν αὐθεντικότητά σου στὸ Σύμπαν. ø̓͂Καραγκιόζηδες τῆς Θεοκρατίας, ποὺ πάνω ἐδῶ ὡριοθετήσατε γιὰ λόγους προσωπικῆς σας ἀνάγκης τὸ Σύμπαν! Τυφλοί, ἐπίδοξοι διαρρῆκτες, ποὺ στὸ ἄνοιγμα τοῦ χρηματοκιβωτίου δὲν πήρανε τίποτε ἀπὸ ἄγνοια, διαλαλώντας ὅτι κλέψανε... Στὸ Συμπαντικὸ δικαστήριο θὰ τοὺς ἀπαλλάξουν λόγῳ βλακείας. Κι αὐτὴ τὴν ἀπαλλαγὴ τὴν ἐκλαμβάνουν σάν... θεῖο μήνυμα, ὅτι τάχατες κανένας δὲν τοὺς πείραξε, ἔχουν τὴν εὐλογία του οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς Γῆς! Ἀστεῖοι, ἀσύμβατοι ἄνθρωποι, ὅταν θὰ ἀνακαλύψετε ὅτι ἀνήκετε στὰ ἀπρόσωπα κι ἄχρηστα μπάζα, ὅπου πάνω στὸ δάπεδό τους ὑψώνεται ἐλάχιστο, αὐτὸ τὸ ἀκριβὸ «λίγο» τῆς ἐπίγνωσης τῶν ὀλίγων τῆς Γῆς. Ἐσεῖς ἐκεῖ, φανατισμὸ καὶ μισαλλοδοξία, κολλημένοι. Ὅταν ἡ ἐπίγνωση σᾶς κρεμάσῃ... κουδούνια, νὰ ξέρετε ὅτι αὐτὰ θὰ χτυποῦν μὲ τὸ γλωσσίδι τῆς «πίστης». Ἄκου πίστη!... Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ γελοῖες λέξεις, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ σχηματίσῃ ἡ γλῶσσα. Πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα: ἡ θανατικὴ καταδίκη τῆς ὑπόστασης αὐτῆς τῆς λέξης. Ἦταν ἀποικιοκράτης στὶς φυτεῖες καὶ μονόφθαλμος· ὅταν ἔβγαζε τὸ τεχνητὸ γυάλινο μάτι τουἐμπρὸς στοὺς ἀθώους μαύρους καὶ φεύγοντας τοὺς ἀπειλοῦσε, ὅτι, ἂν δὲν δουλεύουν τὴν ὥρα ποὺ θὰ λείπῃ, θὰ τοὺς βλέπη... τὸ μάτι. Πιστεύετε! γιατὶ ὁ γυάλινος παγωμένος κόσμος τῆς Θεοκρατίας ὅλο κάτι τέτοιες κομπίνες σᾶς στήνει! Παντελῆς Γλάρος Ταξίαρχος (ἱπτάμενος) Πολεμικῆς Ἀεροπορίας.
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →