ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

246ΙΟΥΝΙΟΣ 2002

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 15941 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
34 ἀπό 89
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. ΟΙ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
    ἀρχή: σελ. 15941 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 246

Κείμενο φύλλου

ΟΙ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ξα´. Μίμνερμος Ὁ Μίμνερμος ὁ Σμυρανῖος –κατά τινας Κολοφώνιος– θεωρεῖται ὡς δημιουργὸς τῆς αἰσθηματικῆς ἐλεγειακῆς ποίησης· ὑπῆρξε δὲ σύγχρονος μὲ τοὺς Ἑπτὰ Σοφούς. Σύμφωνα μὲ τὸν σατυρικὸ ποιητὴ Ἱππώνακτα, ὑπῆρξε ποιητὴς καὶ μουσικὸς (αὐλητὴς) συγχρόνως· εἶχε γράψει δέ, μελοποιήσει καὶ τραγουδήσει τὸ ᾆσμα-ξόρκι «Κραδίης Νόμος». Ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ὁ Σόλων διάβασε κάποιους στίχους τοῦ Σμυρναίου ποιητοῦ, ποὺ ἔλεγαν: «Μακάρι, χωρὶς ἀρρώστιες κι ἔγνοιες σκληρές, | νὰ μ’ εὕρισκε ἡ μοῖρα τοῦ θανάτου ἑξηντάρη» (ἀπ. 6) καὶ τοῦ ἀπάντησε ὡς ἑξῆς: «Ἂν θές, Λιγυαστάδη, νὰ μ’ ἀκούσῃς | τὸν στίχο τοῦτον ἄλλαξε κι ἔτσι τραγούδησέ τον: | στὰ ὀγδόντα μου ἂς μ’ ἔφθανε ἡ μοῖρα τοῦ θανάτου» (A´, II, 61). Ὁ Μίμνερμος ἦταν βαθυστόχαστος καὶ προβληματισμένος ἄνθρωπος, γι’ αὐτὸ καὶ πολλοὶ τὸν συμπεριλαμβάνουν μεταξὺ τῶν ἀπαισιόδοξων καὶ μελαγχολικῶν ποιητῶν. Ἔνιωσε καὶ ἐξέφρασε πολὺ καλύτερα τὸν πόνο τῆς ἐφημερότητας ἀπ’ ὅτι τὶς χαρὲς τοῦ παρόντος· γι’ αὐτὸ καὶ ἐπέλεξε τὴν ἐλεγεία, ποὺ εἶναι λυπητερὴ - θρηνητικὴ ποίηση (ἔλεγος = θρῆνος), προκειμένου νὰ ἐκφράσῃ τὶς σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματά του καὶ νὰ τραγουδήσῃ τοὺς πόνους καὶ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς. Μέχρι τότε ἡ ἐλεγεία ὑπηρετοῦσε θρησκευτικοὺς καὶ πατριωτικοὺς σκοποὺς (Καλλῖνος-Ἀρχίλοχος) ἢ πολιτικοὺς καὶ κοινωνικοὺς τοιούτους (Σόλων)· ὁ Σμυρναῖος, ἂν καὶ ἔγραψε κι αὐτὸς κάποιους πολεμικοὺς στίχους, χρησιμοποίησε τὴν ἐλεγεία γιὰ νὰ ἐξωτερικεύσῃ τὰ αἰσθήματα τῶν ἐφήμερων ἀνθρώπων, ποὺ ἔρχονται καὶ φεύγουν σὰν τὰ φύλλα τῶν δένδρων (Ὅμηρος). Ὁ ποιητής, πού, καθὼς εἴδαμε, δὲν ἄντεχε τοὺς πόνους καὶ τὶς λύπες, ἀντικρύζει τὴν ζωὴ μὲ πολὺ σκεπτικισμὸ καὶ θρηνεῖ γιὰ τὴν νιότη ποὺ χάνεται καὶ τὰ γηρατειὰ ποὺ μᾶς βασανίζουν: «Γιὰ συμφορὰ παντοτεινὴ στὸν Τιθωνὸ ὁ Δίας ἔδωσε τὰ γεράματα, ποὺ τρομερώτερα ’ναι κι ἀπὸ αὐτὸν τὸν θάνατο» (ἀπ. 4). Ἡ μελαγχολία, ἡ βαρυθυμιὰ κι ἡ ἀπαισιοδοξία τοῦ ποιητοῦ ἐξαιτίας τῶν γηρατειῶν καὶ τῶν παρεπόμενών τους εἶναι διάχυτες σ’ ὅλους γενικὰ τοὺς στίχους του, πρᾶγμα ποὺ ἀπησχόλησε πολλοὺς φιλολόγους καὶ κριτικούς του. Ὁ Ἑρμησιάναξ, ἕνας συμπατριώτης του ποιητὴς τῆς ἀλεξανδρινῆς ἐποχῆς, λέγει, ὅτι ὁ Μίμνερμος στὰ γεράματά του ἐρωτεύθηκε μιὰ πολλὴ ὄμορφη καὶ νεώτατη αὐλητρίδα, τὴν Ναννώ, ἡ ὁποία, καθὼς ἦταν φυσικό,ἀπέπεμψε τὸν γέροντα μὲ εἰρωνεία καὶ χλευασμό, κάτι ποὺ δὲν τὸ λησμόνησε ποτὲ ὁ ποιητής... Ὁ Ἑρμησιάναξ ὡστόσο δὲν εἶναι ἀξιόπιστη πηγή· φημίζεται ὡς παραμυθὰς καὶ τερατολόγος. Παρόμοιες ἱστορίες σκαρφίσθηκε καὶ γιὰ τὸν Ὅμηρο, καὶ γιὰ τὸν Ἡσίοδο καὶ γιὰ πολλοὺς ἄλλους. Ὁ Μίμνερμος ὅμως δὲν ἐκφράζει τὰ δικά του αἰσθήματα· δὲν εἶναι ὑποκειμενικὸς ποιητής. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ὑπῆρξε ἔρως μὲ κάποια Ναννὼ ἢ ὄχι, ὁ ποιητὴς –ὅπως καὶ ὁ Ὅμηρος, καὶ ὁ Ἡσίοδος καὶ ὁ Σοφοκλῆς– ἐκφράζουν τὸ αἰώνιο παράπονο τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς νιότης, κάτι ποὺ βρῆκε τὴν ἁπλούστερη καὶ θλιβερώτερη διατύπωσή του στὸ δημοτικὸ δίστιχο: «Θεέ μου μεγαλοδύναμε, θέλω νὰ σὲ ρωτήσω: Τὰ νιᾶτα ἀφοῦ μᾶς τά ’δωσες, γιατὶ τὰ παίρνεις πίσω;»! Ὁ Γερμανὸς Μύλλερ, ὁ συγγραφεὺς τῆς Ἱστορίας τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, θεωρεῖ τὸν Μίμνερμο ὡς ὑπόδειγμα τρυφερότητος, ἐξαιτίας κάποιων στίχων του σχετικῶν μὲ τὴν πορεία τοῦ Ἡλίου: «Ὁ τρυφερὸς ποιητὴς τῆς Ἰωνίας συμπονάει καὶ τὸν Ἥλιο, γιὰ τὴ μοῖρα ποὺ τοὔλαχε νὰ φωτίζῃ κάθε μέρα τὴ γῆ». Ὁ ποι-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →