ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
247ΙΟΥΛΙΟΣ 2002
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- ΟΙ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
Κείμενο φύλλου
ΟΙ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ
ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
ξβ. Καλλῖνος
Ὁ Καλλῖνος ὁ Ἐφέσιος ἔζησε περὶ τὰ μέσα τοῦ 7ου π.X. αἰῶνος. Ὄντας πρεσβύτης
πλέον, ἡ Ἔφεσος κινδύνευσε ἀπὸ τοὺς Κιμμερίους –τοὺς κατοίκους τῆς
Ταυρικῆς χερσονήσου στὴν Κριμαία– οἱ ὁποῖοι, ἐκδιωχθέντες ἐκ τῆς πατρίδος
των ὑπὸ τῶν Σκυθῶν, ἐπέδραμον κατὰ τῆς M. Ἀσίας. Οἱ Κιμμέριοι, λαὸς βαρβαρικός,
ὑπῆρξαν καταστρεπτικοὶ γιὰ τὶς ἑλληνικὲς πόλεις καὶ ἰδιαίτερα τὴν Μαγνησία,
τὴν ὁποία λεηλάτησαν ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη. Ὁ Στράβων καὶ ὁ Κλήμης ὁ
Ἀλεξανδρεὺς θεωροῦν τὸν Καλλῖνο ὡς ἀρχαιότερο τοῦ Ἀρχιλόχου, ἐπειδή, λέει,
«τῶν γὰρ Μαγνήτων ὁ μὲν Ἀρχίλοχος ἀπολωλότων ὁ δὲ Καλλῖνος εὐημερούντων
μέμνηται». Ἡ καταστροφὴ τῆς Μαγνησίας τοποθετεῖται στὸ 652 π.X., πρᾶγμα
ποὺ σημαίνει, ὅτι ὁ Καλλῖνος τότε θὰ ἦταν πιὰ ὥριμος ἄνδρας, ἂν μὴ πρεσβύτης.
Ὁ ποιητής, ποὺ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἀνῆκε στὴν πολεμικὴ ἀριστοκρατία τῆς
Ἐφέσου, δὲν κρύβει τὴν ἀγωνία του γι’ αὐτὴν τὴν πόλη, κάτι ποὺ φαίνεται κι ἀπὸ
ἕνα μονόστιχό του ποὺ μᾶς μεταφέρει ὁ Στράβων: «νῦν δ’ ἐπὶ Κιμμερίων στρατὸς
ἔρχεται ὀβριμοεργῶν (= ἀδίκων) ...». Ἡ αἴσθησή μας αὐτὴ ἐπαληθεύεται κι ἀπὸ
τοὺς πρώτους στίχους ἑνὸς ἀποσπάσματος τοῦ μοναδικοῦ διασωθέντος ποιήματός
του, ποὺ ἔχουν ὡς ἑξῆς: «Μέχρι πότε θὰ μένετε ἀδρανεῖς, νέοι μου; Πότε θὰ
φανῆτε γενναῖοι; Δὲν ντρέπεσθε τοὺς γείτονές σας, νὰ φαίνεσθε τόσο πολὺ ἀδιάφοροι;»
(στίχοι 1-3).
Ὁ ὑπερήλικας ποιητὴς ὑψώνει φωνὴν διαμαρτυρίας, ἐλέγχου καὶ προτροπῆς
πρὸς τοὺς ἁβροδίαιτους νέους τῆς Ἐφέσου, οἱ ὁποῖοι, καθὼς φαίνεται, δὲν ἀντιλαμβάνονταν
τὴν κρισιμότητα τῆς καταστάσεως καὶ ζοῦσαν ἀνέμελοι μέσα στὴν
χλιδὴ καὶ τὸν εὐδαιμονισμό. Μὲ τὶς τρεῖς αὐτὲς ἐρωτήσεις ποὺ τοὺς ἀπευθύνει, ὁ
Καλλῖνος ἀποδεικνύεται δεινὸς δημεγέρτης, ἔμπειρος πολέμαρχος, ἄξιος πνευματικὸς
ταγὸς καὶ προπαντὸς εὐπατρίδης.
Ὁ ποιητὴς ἀναβιώνει μὲ θαυμαστὸν τρόπο τὸ ἡρωικὸ πνεῦμα τῆς “Ἰλιάδος”,
ἀπ’ τὴν ὁποία ἀντλεῖ θέματα, τρόπους καὶ μορφὲς γραφῆς, ἐνῷ πολὺ ἀπέχει ἀπ’
τὴν ἀναστατωμένη ἀτομικιστικὴ ἐποχὴ τοῦ προσωπικοῦ λυρισμοῦ. Μετὰ τὴν παράθεση
τῶν τριῶν ἐρωτημάτων ποὺ προαναφέραμε, προχωρεῖ στὴ νουθεσία τῶν
νέων, τοὺς ὁποίους ἀφυπνίζει κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπο: «Ἐν εἰρήνῃ δοκεῖτε ἦσθαι,
ἀτὰρ πόλεμος γαῖαν ἅπασαν ἔχει» (στ. 4-5). Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ συνειδητοποιήσουν
οἱ νέοι, ὅτι διέρχονται μιὰ πολεμικὴ περίοδο καὶ ν’ ἀφήσουν συνεπῶς τὴν
ραστώνη καὶ τὴν τρυφή, προκειμένου νὰ βρεθοῦν στὸ πεδίον τῆς μάχης, ἀποφασισμένοι
νὰ πολεμήσουν γιὰ τὴν ἐλευθερία τους καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ σκοτωθοῦν...
Νὰ σκοτωθοῦν ὅμως λεβέντικα, πετώντας τὸ ἀκόντιο ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν καὶ
τὴν ὕστατη ἀκόμη στιγμή! Ἕνας τέτοιος θάνατος χαρίζει τιμὴ καὶ δόξα τόσο
στοὺς ἴδιους τοὺς μαχητὲς ὅσο καὶ στὶς οἰκογένειές τους. Ἡ εἰκόνα τοῦ πολεμιστῆ
ποὺ ἀτρόμητος προχωρεῖ κατὰ τῶν ἐχθρῶν κραδαίνοντας τὸ ἀκόντιό του,
ὅπως κι ἐκείνη τοῦ ἀποθνήσκοντος μαχητοῦ, ποὺ τὴν ὕστατή του στιγμὴ ρίχνει
τὸ ἀκόντιό του κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, εἶναι ἐξαιρετικὰ παραστατικὲς καὶ ζωντανές·
δηλώνουν δὲ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῶν ἡρωικῶν μαχητῶν. «Καί
τίς ἀποθνήσκων ὕστατ’ ἀκοντισάτω. Τιμῆέν τε γὰρ ἔστι καὶ ἀγλαὸν (= λαμπρό,
εὐγενὲς) ἀνδρὶ μάχεσθαι γῆς πέρι καὶ παίδων κουριδίης τ’ ἀλόχου (= νόμιμη σύ-