ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
254ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2003
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η Ελληνική Παλαιστίνη (β¨) Πανάρχαια αρχαιολογικά ελληνικά ευρήματα στην πόλη της Ασκάλωνος — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
Κείμενο φύλλου
Πανάρχαια ἀρχαιολογικὰ ἑλληνικὰ
εὑρήματα στὴν πόλη τῆς Ἀσκάλωνος
'
ἩἈσκάλων ἢ Ἀσκαλὼν (σημερινὴ Khirbet Askalan) ὑπῆρξε μετὰ τὴ
Γάζα τὸ σημαντικώτερο κέντρο τῆς Φιλισταϊκῆς Πενταπόλεως (Γάζα,
Ἀσκάλων, Ἄζωτος, Γάθ, Ἀκκαρών). Γιὰ τὶς ἀναφορὲς τῶν ἀρχαίων
ἱστορικῶν περὶ τῆς ἱδρύσεώς των ἀπὸ πανάρχαιους Ἕλληνες ἀποίκους
βλ. «Δ», (τ. 253). Κτισμένη στὴν κοιλάδα Σεφκλᾶ, ἡ πόλη ἀναφέρεται στὰ κείμενα
τῆς 11ης αἰγυπτιακῆς δυναστείας (2133-1992 π.X.), στὶς σφηνοειδεῖς ἐπιγραφὲς
τῆς Οὐγκαρὶτ (= Εὐαγορίτιδος) μαζὶ μὲ τὴν Ἀσδὼδ καὶ τὴν Ἀκκώ,
καθὼς καὶ στὰ πινάκια τῆς Τὲλλ ἐλ Ἀμάρνα (1.400 π.X.) ὡς «Askaluna». Σύμφωνα
μὲ μία παράδοση ὀφείλει τὴν ὀνομασία της στὸν Ἄσκαλο, τὸν υἱὸ τοῦ
Ὑμεναίου καὶ ἀδελφὸ τοῦ Ταντάλου.
Οἱ σῳζόμενες ἱστορικὲς μαρτυρίες κάνουν λόγο γιὰ τὴν πορεία της στὸ χρόνο ἀπὸ
τὸν 13ο αἰῶνα π.X., ὁπότε εἶχε κατακτηθῆ ἀπὸ τὸν φαραὼ Ραμσῆ B´. Ἡ ἅλωσή της
αὐτὴ ἀναπαρίσταται στὶς τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ τοῦ Καρνὰκ τῆς Αἰγύπτου. Λίγο
ἀργότερα, ὅπως ἀναφέρει ἡ ἐπίσημη ἱστορία, ἔγινε ἑλληνικὴ, φιλισταϊκὴ πόλη καὶ
κατόπιν στόχος τῆς ἐπιβουλῆς τῶν Ἰσραηλιτῶν. Περὶ τὸ 734 κατελήφθη ἀπὸ τὸν Τιγκλαθπιλέσερ
καὶ τὸ 701 π.X. ἀπὸ τὸν Σεναχερίμπ. Στοὺς χρόνους τῆς περσικῆς δεσποτείας
διατελοῦσε ὑπὸ τὴν κυριαρχία τῆς Τύρου, ἐνῷ μεταγενέστερα οἱ Πτολεμαῖοι
καὶ οἱ Σελευκίδες τὴν ἀνέδειξαν σὲ ἀξιόλογο ἐμπορικὸ καὶ πολιτισμικὸ κέντρο.
Ὁ Ἡρόδοτος (A´, 105), ὁ Διόδωρος ὁ Σικιελιώτης (B´, δ´, 2) καὶ ὁ Λουκιανὸς («Περὶ
τῆς Συρίας θεᾶς»,10) μαρτυροῦν, ὅτι ὑπῆρξε κέντρο λατρείας τῆς κρητο-μυκηναϊκῆς
προελεύσεως θεᾶς Δέρκης (Δερκετὼ καὶ συριακὰ Ἀτάγαρτις).
Ὡς ἀμιγῶς ἑλληνικὴ πόλη ἡ Ἀσκάλων γίνεται ἀντικείμενο ἐνασχόλησης καὶ ἀπὸ
τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Στὸ «Δευτερονόμιο» (2, 23) καὶ στὸν «Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ» (13,
3) ἀναφέρεται, ὅτι οἱ πρῶτοι κάτοικοί της ἦσαν «Εὐαῖοι» (ἐκ τοῦ εὖ + αἶα = γαῖα, ποιητικοῦ
τύπου· βλ. σχετ. Λεξικὸν I. Σταματάκου). Ἐπίσης οἱ Προφῆτες στρέφουν συχνὰ
τὸ μένος τους ἐναντίον της, «προβλέποντας» τὴν καταστροφή της (βλ. σχετ. Ἱερεμίας
κε´, 20-47 καὶ 5-7 ἢ Ἀμὼς α´, 7 ἢ Σοφονίας β´, 4-7 καὶ Ζαχαρίας θ´, 5).
Οἱ πρῶτες ἀρχαιολογικὲς ἀποδείξεις
Ὅσον ἀφορᾷ στὶς χρονικὲς ἀπαρχὲς τῆς Πελασγικῆς - Φιλισταϊκῆς παρουσίας
στὴν Παλαιστίνη ἐν γένει, ἀπὸ τὸν συνδυασμὸ τῶν γραπτῶν πηγῶν προκύπτει,
ὅτι ὁ χῶρος ἀποικήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Ἀγήνορα καὶ τὸν υἱό
του Φοίνικα περὶ τὴν 3η χιλιετία π.X. Μέχρι πρόσφατα ὡστόσο δὲν ὑπῆρχαν
τὰ ἁπτὰ ἀρχαιολογικὰ στοιχεῖα, ποὺ θὰ τεκμηρίωναν σταθερὰ αὐτὴν τὴ θέση. Ἀπὸ
τὶς ἀνασκαφές, ποὺ εἶχε διενεργήσει στὴν Ἀσκάλωνα τὴν περίοδο 1921-1924 ἡ Βρε-