ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

258ΙΟΥΝΙΟΣ 2003

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 16871 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
60 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. "Τραγωδία": Η ωδή για τον "Τράγον" (=ηγέτην). Μια πρωτότυπη ερμηνεία του όρου. — ΓΕΩΡΓΑΝΑΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 16871 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 258

Κείμενο φύλλου

«TPAΓῼΔIA»: Ἡ ᾠδὴ γιὰ τὸν «Τράγον» (= ἡγέτην) ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ Ἐ ξ ἁπαλῶν ὀνύχων ἀποροῦσα ὑποσυνείδητα, γιατὶ οἱ βαθύνοες πρόγονοί μας κατωνόμασαν Τραγῳδίαν (= ᾠδὴν τράγου, τραγούδι) τὴν κορυφαία πνευματικὴ δημιουργία των, καθαρτικὴ τῆς ψυχῆς καὶ τῶν παθῶν πάσης φύσεως. Ἀναρωτιώμουν πῶς τόσοι, εἰδικοὶ καὶ μή, δὲν ἀσχολήθηκαν, δὲν προσπάθησαν, δὲν ἐξήγησαν πειστικά, δὲν ἔλυσαν τὸ αἴνιγμα–τραγῳδία. Ὁ ὅρος φαίνεται ἀταίριαστος καὶ ἀσύμβατος μὲ τὸ δρᾶμα καὶ τὰ δρώμενα ἐν αὐτῷ. Ὅμως οἱ Ἕλληνες δημιουργοί του δὲν θὰ τὸ προσδιώριζαν μὲ τὸν ὅρο τραγῳδία, ἐὰν δὲν ἦταν ὁ προσφυέστερος, ὡς κατωτέρω καταδεικνύεται. Ἡ ὑποσυνείδητη ἀπορία, βαθμηδὸν συνειδητοποιούμενη, ἔλαβε νομοτελειακὰ τὴν ἄγουσαν πρὸς λύσιν. Συνδρομῇ συγκυριῶν τὶς πρῶτες ὧρες τοῦ 2003, ἔλυσα τὸ αἴνιγμα. Ὁ Ἀριστοτέλης στὴν «Ποιητικὴν» συγκρίνει τὴν ἐποποιίαν πρὸς τὴν τραγῳδίαν (149b 9-15): «Ἡ ἐποποιία λοιπὸν μέχρι μὲν τοῦ ὅτι εἶναι ἔμμετρος μετὰ λόγου, σπουδαίων μίμησις, συμφωνεῖ πρὸς τὴν τραγῳδίαν· ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔχει τὸ μέτρον ἁπλοῦν καὶ εἶναι ἀπαγγελία, κατὰ τοῦτο διαφέρουν. Κατὰ τὸ μῆκος δέ, ἡ μὲν τραγῳδία μάλιστα προσπαθεῖ κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ διεξάγεται σὲ μίαν περίοδον ἡλίου, ἢ ὀλίγον νὰ τὴν ὑπερβαίνῃ, ἡ δὲ ἐποποιία εἶναι ἀόριστη κατὰ τὸν χρόνον· καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρει». Οἱ τρεῖς ἐρμηνεῖες τοῦ ἐτύμου τῆς λέξεως ¶ερὶ τῆς γενέσεως τῆς τραγῳδίας πιθανολογήθηκαν τρεῖς κυρίως ἐκδοχές: Πρώτη, ὅτι προῆλθεν ἀπὸ τὴν χορικὴ λυρικὴ ποίηση. Δεύτερη, ὅτι εἶναι πρωτότυπο δημιούργημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Πνεύματος, προελθὸν ἐκ τῆς ἑλληνικῆς θρησκείας ποὺ περιεῖχε δραματικὰ στοιχεῖα. Ἐκ τῶν παναρχαίων ὕμνων καὶ τύπων λατρευτικῶν ἀνέκυψε τὸ πρῶτον ὑλικὸ τοῦ δράματος. Τρίτη, ἡ κρατοῦσα, ὅτι ἐκ τῆς Διονυσιακῆς λατρείας προῆλθε, συνᾴδουσα μὲ τὶς πληροφορίες τῶν ἀρχαίων πηγῶν. Τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς τραγῳδίας ἐμφανίσθηκαν στὴν Πελοπόννησο, στοὺς δωρικοὺς σατυρικοὺς καὶ τραγικοὺς χοροὺς τῆς λατρείας τοῦ τραγόμορφου θεοῦ Πανός, ὡς καὶ σὲ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Σὲ πολλὲς θρησκευτικὲς τελετὲς ὑπῆρξαν μιμητικὰ στοιχεῖα στὰ «λεγόμενα» καὶ «δρώμενα» (Παυσανίας II 37, 2). Τὰ πρῶτα αὐτὰ σπέρματα ἀναζωογονήθηκαν στὴν Ἀττικὴ κυρίως ἐκ τῆς λατρείας καὶ τελετῶν τοῦ θεοῦ Διονύσου, ποὺ καθιερώθηκε ἐκεῖ, ἰδίως κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Πεισιστράτου. Οἱ λάτρεις, ντυμένοι ὡς Σάτυροι –ἀκόλουθοι τοῦ Διονύσου–, μὲ ᾄσματα ζωηρὰ καὶ μιμητικὲς κι-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →