ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
34ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1984
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ — χωρίς ὄνομα στόν κατάλογο
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Π ΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ
ΙΓ. ΜΙΚΑΗΛΙΔΗΣ - ΝΟΥΑΡΟΣ
Ζωντανὸ Δίκαιο καὶ Φυσικὸ Δίκαιο
Στὸ σημαντικὸ αὐτὸ ἔργο του ὁ Καθηγητὴς καὶ Πρόεδρος τῆς ᾽Ακαδημίας ᾿Αθη-
νῶν κ. Γ. Μιχαηλίδης --- Νουάρος προβαίνει σὲ μιὰ συστηματικἡ διερεύνηση τῶν ἐν-
νοιῶν τοῦ «ζωντανοῦ» δικαίου καὶ τοῦ «φυσικοῦ» δικαίου σὲ μιὰ προσπάθεια ἀνανέω-
σης καὶ κοινωνιολογικῆς ἐπανατοθέτησης.
Θεμελιώδης θεωρητική παραδοχὴ τοῦ ἔργου αὐτοῦ εἶναι, ὅτι τὸ ζωντανὸ δίκαιο
ἐκφράζει τὴν ἄδηλη κοινωνικὴ βούληση ἐλέγχου τῶν γραπτῶν νομοθετηµάτων. Ἤδη,
ἡ διάσταση τοῦ γραπτοῦ θεσπισµένου δίκαιου (115 ςογἱρίµπι) πρὸς τὸ ἐφαρμοζόμενο δί-
καιο μὲ τὶς ἀπώτερες ἐπιπτώσεις της ἦταν γνωστὴ στὸν ᾿Αριστοτέλη , καὶ ἔχει ἰδιαίτε-
ρη σπουδαιότητα στὴ νεώτερη.
Ὃ συγγραφέας, ἔχοντας ἐπίγνωση τῶν θεωρητικῶν προβλημάτων ποὺ ἐμφανίζον-
ται κατὰ τὴν µελέτη τοῦ ζωντανοῦ δικαίου, ὅπως τῆς διάκρισης τῶν ἐθιμικῶν νομικῶν
κανόνων καὶ τῶν κανόνων τῶν ἠθῶν καὶ τῆς ἐθιμοτυπίας, τῆς ἄρνησης, τῆς ἁπλῆς ᾱ-
νυπακοῆς (δηλαδὴ τῆς ἄρνησης ἐφαρμογῆς νομικῆς διατάξεως) ἀπὸ τὴν περίπτωση
ποὺ ἡ παράβαση τοῦ νόµου συνιστᾶ θέση ἑνὸς νομικοῦ κανόνα, προβαίνει σὲ σηµαντι-
κὲς διαπιστώσεις γιὰ τὴν δυναμικἡὴ τῶν νομικῶν θεσπισµάτων καὶ τὴν φύση τῆς διαλε-
κτικῆς τοῦ «εἶναι» καὶ τοῦ «δέοντος».
Ἢ ἔντονη φιλοσοφικὴ καὶ κοινωνιολογικὴ ἐνημέρωση τοῦ συγγραφέα διευρύνει
τὶς νομικὲς κατηγορίες τῆς σκέψης του καὶ τοῦ ἐπιτρέπει τὴν διατύπώση προτάσεων ὑ-
ψηλοῦ ἐπιστημονικοῦ κύρους ἀναφερόμενου τόσο στὴν γενικὴ θεωρία τοῦ δικαίου ὅσο
κὶ στὴν κοινωνιολογία τοῦ δικαίου. Στὸ πρῶτο µέρος τοῦ ἔργου ὁ συγγραφέας προβάλ-
λει τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ δίκαιο εἶναι ἀπαύγασμα τῆς συνολικῆς κοινωνικῆς δομῆς ὁ-
πλισµένης μὲ τὴ δυνατότητα ἐλέγχου τῆς ὀρθότητας τοῦ γραπτοῦ δικαίου. Ἡ θέση του
ὅτι τὸ δίκαιο δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς καρπὸ τῆς νομοθετικῆς βουλήσεως, ἀλλὰ προὐποθέ-
τει τὴν ἀποδοχή του ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ δομὴ, ἔχει σὰν βασικὴ θεωρητικὴ παραδοχὴ
τὴν διάκριση μεταξὺ κοινωνίας καὶ κράτους, μιὰ διάκριση δημοκρατικὴ στὸν χαρα-
κτήρα της καὶ μὲ βαθὺ κοινωνικὸ περιεχόµενο, στὸ βαθμὸ ποὺ ἀναγνωρίζει τὸν περιο-
ρισμὸ τῆς κρατικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ δοµή.
Ὃ Λόρενς φόν Στάιν πρὶν ἀπὸ ἑκατὸ πενήντα σχεδὸν χρόνια εἶχε σημειώσει μὲ
σηµαντικὴ ὀξυδέρκεια τόν διαχωρισμὸ κράτους καὶ κοινωνίας, ἐνῶ ἡ ἀνάλογη ἀντίλη-
ψη τοῦ κ. Νουάρου ἐπιρρωνύει καὶ ἐπανατοποθετεῖ ἱστορικὰ τὸν διαχωρισμό αὐτό,
ποὺ στὴν περίπτωσή του πρόκειται γιὰ ἀντίθεση πρὸς τὸν νομικὸ θετικισμὸ καὶ τὴν θε-
ωὠρία γιὰ τὸ νομοθετικὸ μονοπώλιο τοῦ κράτους. Ἣ θέση αὐτὴ ἀντιπαρέρχεται τόσο
τὸν νομικισμὸ ὅσο καὶ τὴν ἰδεαλιστικὴν ἀντίληψη τοῦ δικαίου, στὸ μέτρο ποὺ διατεί-
νεται ὅτι ἡ γνώση τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητας µετατοπίζει τὸν νομικὸ κανόνα ᾱ-
πὸ τὴν ἀποκλειστικὴ δεοντολογικὴ βάση του καὶ καθιστᾶ τοὺς στόχους του περισσό-
τερο ρεαλιστικούς.
Ἤδη, ἡ ἔννοια τοῦ ζωντανοῦ δικαίου εἶχε μελετηθεῖ μὲ ἐμβρίθεια ἀπὸ τὸν Εὐγένιο
Ἔρλιχ, ἐνῶ ἡ ἐξέλιξη τῆς κοινωνικῆς ἐπιστήμης μὲ τὸν Ντυρκχέμ, τὸν Μάξ Βέμπερ,
τὸν Ρέβιντρερ καὶ τὸν Γκάιγκερ ὁδήγησαν σὲ μιὰ εὐρύτερη ἐκτίμηση τῆς σπουδαιότη-
τας τῆς κοινωνικῆς μεταβλητῆς στὴν νομικὴ πράξη. Εἰδικότερα ὁ νομικὸς πλουραλι-
σμὸς τείνει νὰ διευρύνει τὶς θεσμικὲς βάσεις τήρησης τῶν νομικῶν κανόνων ἀπὸ τὴν
σφαίρα τῆς πολιτείας στὴν ἐκκλησία, στὶς θρησκευτικὲς καὶ ἐπαγγελματικὲς ἑνώσεις
καὶ ν᾿ ἀποδίδει δικαιοσύνη στὴν δικαιοπαραγωγικὴ δύναμη τῆς κοινωνικῆς δομῆς, ἱ-
σχυρότερη ἀπὸ τὶς ἑκάστοτε ἀντιλήψεις τοῦ νομικοῦ ἐπιτελείου της.
Σύμφωνα μὲ τὸν συγγραφέα, τὸ ζωντανὸ δίκαιο τῆς συνολικῆς κοινωνίας περι-
λαμβάνει ὅλους τοὺς νομικοὺς κανόνες κρατικῆς, ἐθιμικῆς ἢ λογίας προέλευσης, ποὺ
τηροῦνται πραγματικὰ στὴν συνολικὴ κοινωνία μὲ τὴν µορφή ποὺ ἔχουν ἀποκτήσει
κατὰ τὴν πρακτικὴ ἐφαρμογήτους, καθὼς καὶ τοὺς ἰδιαίτερους νομικοὺς κανόνες ποὺ