ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
270ΙΟΥΝΙΟΣ 2004
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Δη984 Μπαϊρακτάρης. Ο αστυνομικός που ωργάνωσε το 1896 την ασφάλεια των Ολυμπιακών αγώνων — ΜΙΧΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Κείμενο φύλλου
Ὁ ἀστυνομικὸς ποὺ ὠργάνωσε τὸ 1896
τὴν ἀσφάλεια τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων
Ὁ Δημήτριος Μπαϊρακτάρης σφράγισε ἀνεξίτηλα μὲ τὴν παρουσία
του μία ὁλόκληρη ἐποχή. Γεννήθηκε τὸ 1833 στὸ Ἀγρίνιο καὶ ἦταν
γόνος Σουλιώτικης οἰκογένειας. Κατατάχθηκε στὸ στρατὸ τὸ 1848
καὶ σταδιοδρόμησε ὡς ἀξιωματικὸς πεζικοῦ. Διακρίθηκε γιὰ τὴ
γενναιότητα καὶ τὸ ἐπιτελικό του πνεῦμα στὴν Κρητικὴ ἐπανάσταση, στὸ Θεσσαλικὸ
πόλεμο ἀλλὰ καὶ ὡς ὑποστράτηγος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀστυνομίας.
Βεβαίως στὴν ἐποχή του ἡ Ἀστυνομία δὲν εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὅμοια μὲ τὰ σημερινὰ
προβλήματα ὅπως αὐτὰ τῆς τρομοκρατίας ἢ τῶν τροχονομικῶν ἐλέγχων (σημ.: ἐλλείψει
αὐτοκινήτων). Ὑπῆρχαν ὅμως καὶ τότε ναρκωτικά, προαγωγοὶ-προστάτες, κλέφτες (ἢ
ἀλλιῶς «λαχανᾶδες») καὶ ἄλλα κοινωνικὰ παράσιτα, ποὺ χαρακτηρίζονταν ἀπὸ «ὑπόγειες»
συνήθειες ὅπως τὸ «στραβὸ περπάτημα (κουτσαβάκια), ἡ μαγκιά, τὰ βαριὰ κομπολόγια
καὶ τὰ ἀνάρριχτα σακάκια. Μιλᾶμε γιὰ ἐποχὲς ποὺ ἡ γαλλικὴ ἀργκό, τὰ στριφτὰ
μουστάκια καὶ τὰ δίχρωμα μυτερὰ παπούτσια ἦταν ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ
τὴ σουλάτσα ἑνὸς «ἐ ντὲ λὰ μαγκὲ» στὰ στενὰ τοῦ Μοναστηρακίου, τοῦ Ψυρρῆ καὶ στοὺς
τεκέδες τῆς ὄμορφης ἀθηναϊκῆς Πλάκας. Οἱ «τσαμπουκᾶδες», τὰ μαχαιρώματα καὶ οἱ
ὁδομαχίες μὲ κουμπούρια εἶχαν γίνει καθημερινὸ φαινόμενο, εἴτε γιατὶ κάποιος πάτησε
–κατὰ λάθος– τὸ συρόμενο ζωνάρι ἑνὸς μάγκα, εἴτε γιατὶ γλυκοκοίταζαν τὴν «γκόμενά»
του. Ὅσο ἀστεῖα καὶ ἂν ἠχοῦν τὰ προβλήματα αὐτά, ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχαν λάβει διαστάσεις
μάστιγας. Οἱ φυλακὲς Συγγροῦ καὶ Ὠρωποῦ ἦταν ἕτοιμες νὰ δεχθοῦν τὸ πλῆθος
τῶν παρανόμων, ἀρκεῖ νὰ βρισκόταν τὸ ἐπιδέξιο ἀστυνομικὸ ὄργανο ποὺ θὰ κατάφερνε
νὰ τοὺς συλλάβῃ, κοινῶς μπαγλαρώσῃ.
Πιάνοντας τὸν παλμὸ τῆς ἐποχῆς του καὶ ἔχοντας τὴν ἀμέριστη συμπαράσταση τῆς τότε
ἀνωτάτης πολιτικῆς ἀρχῆς ὁ Μπαϊρακτάρης δημιούργησε ἕνα σῶμα «εὐζώνων«» (σημ.:
«κομάντο» θὰ λέγαμε σήμερα), ποὺ θὰ ἀνελάμβανε νὰ δώσῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ στὰ ὄνειρα
«εὐταξίας» τοῦ στρατηγοῦ.
«Εἰς τὴν Ἀστυνομίαν τῆς Πρωτευούσης ἐπὶ Μπαϊρακτάρη προσετέθη καὶ μία δύναμις
Εὐζώνων, κατὰ προσωπικὴν ἐπιλογὴν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων ἡ πίστις
καὶ ἡ ἀφοσίωσις ὑπῆρξε παροιμιώδης. Ἀπέβησαν ἀληθεῖς τρομοκράται τῶν κακοποιῶν
καὶ τῶν ἀέργων καὶ ἥρωες ἐπεισοδίων καὶ σκληρῶν καὶ φαιδροτάτων. Οἱ ἐπίλεκτοι
ἄνδρες τῶν ὀρεινῶν διαμερισμάτων τῆς χώρας, ἀπηλλαγμένοι κακῶν συνηθειῶν,
πειθαρχοῦντες αὐστηρῶς, ψύχραιμοι καὶ ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ καθῆκον, ἀπέβησαν πάντοτε
πολύτιμα ὄργανα τάξεως καὶ ἐπιβολῆς ὑπὸ διοίκησιν σώφρονα καὶ λελογισμένην».
Οἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς ἀφιερώνουν ἄρθρα «κοινωνικῆς ἀνακούφισης», διότι ἐπὶ
Μπαϊρακτάρη διανυκτέρευαν στὰ κρατητήρια μεγάλοι ἐπιχειρηματίες, καθηγητὲς Πανεπιστημίων,
δικαστές, πολιτικοὶ ἄνδρες, ἀστυνομικοί, ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ κ.ἄ.