ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

270ΙΟΥΝΙΟΣ 2004

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 17767
Φύλλο στό PDF
52 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ευάγγελος Ζάππας: Αυτός τους "ανέστησε". Ιστορικό των προσπαθειών αναβιώσεως των νεωτέρων "Ολυμπιακών" Αγώνων. — ΚΟΥΜΠΟΥΡΑΣ, ΣΑΒΒΑΣ
    ἀρχή: σελ. 17767 · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 270
  2. Ιδιώτης εκθέτει 18 δάδες — ΛΑΔΑ, ΤΑΞΙΑΡΧΟΥΛΑ
    ἀρχή: σελ. 17767 · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 270

Κείμενο φύλλου

17767 ΔΑΥΛΟΣ/270, Ἰούνιος 2004 Ζηνός; Καὶ ἡ Κύπριδα γιὰ ποιόν λόγο νὰ μπλεχτῇ; Δὲν τῆς ἔφτανε ὁ Ἄρης καὶ οἱ μύριοι ἐραστές; Τίποτε! Τίποτε!». «Ἑλένη εἶσαι φταίχτρα», σπαράζει ἡ Ἑκάβη, ἐνῷ ὁ Εὐριπίδης καταγγέλλει τὸ παράλογο τοῦ διαγωνισμοῦ ὀμορφιᾶς τῶν θεαινῶν. Ποῦ νά ’ξερε ὅμως ἡ Ἑκάβη πὼς ἡ Ἀφροδίτη «στανικῶς» τὴ ρίχνει τὴν Ἑλένη στὸ κρεβάτι μὲ τὸν Πάρι στὴν «Ἰλιάδα», τὸ δειλὸ αὐτὸν ἐραστή, τὸ δοῦλο τῆς ἐρωτικῆς ὁρμῆς καὶ τοῦ ἐνστίκτου, ποὺ ἀποφεύγει τὴν ἀναμέτρηση μὲ τὸ Μενέλαο; Ὁ Μενέλαος ἀνακηρύσσεται νικητής, μὰ οἱ Τρῶες δὲν ἐπιστρέφουν τὴν Ἑλένη στοὺς Ἕλληνες («Ἰλιάδα» Γ´ ραψ.). Ὅλοι θέλουνε τὴν Ἑλένη δική τους. Δὲν εἶναι παράξενο μὲ τέτοια θεϊκὴ ὀμορφιά. Μὰ στὴν «Ἑλένη» ἐκείνη «δὲν ἔχει μάτια» παρὰ μόνο γιὰ τὸ Μενέλαο, τὸ σύζυγό της καὶ πατέρα τῆς Ἑρμιόνης τους. Γι’ αὐτὸν κρατιέται ἀμόλυντη «μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια». Καμμιὰ θεϊκὴ παρέμβαση δὲν διαφαίνεται στὸν γκρίζο ὁρίζοντα. Ἡ Ἑλένη εἶναι ὁλομόναχη. Ὁλομόναχη καὶ μισητὴ εἶναι ἡ Ἑλένη καὶ μάλιστα ἀπὸ κείνους ποὺ θά ’πρεπε καὶ θὰ ἄξιζε νὰ τὴν ἀγαποῦν. Καὶ κάποιοι τὴ λατρεύουν. Τὴ λατρεύουν ὡς θεὰ «δενδρίτιδα», θεὰ τῆς γονιμότητας καὶ τῆς βλάστησης, θεὰ τοῦ ἔρωτα μὲ ἄλλα λόγια. Καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ Σπαρτιάτες. Γι’ αὐτὸ τυφλώθηκε ὁ λυρικὸς ποιητὴς ἀπὸ τὴ «Μεγάλη Ἑλλάδα» Στησίχορος (7ος αἰ. π.X.) μόλις τὴν κακολόγησε, ἐνῷ ξαναβρῆκε τὸ φῶς του ἀμέσως μετὰ τὴ συγγραφὴ τῶν δύο «παλινῳδιῶν» του: μιᾶς ἐναντίον τοῦ Ὁμήρου καὶ μιᾶς κατὰ τοῦ Ἡσιόδου. Γιατὶ στὴν «Ὀδύσσεια» (ραψ. δ) ἡ Ἑλένη ἔχει μὲν μοιχεύσει αὐτόβουλα, μετάνιωσε ὅμως καὶ γίνηκε ἀποδεκτὴ πάλι στ’ ἀνάκτορο τῆς Σπάρτης ἀπὸ τὸ Μενέλαο. «Ψυχούλα» ὁ Μενέλαος: Μόλις τὴ βρῆκε ἀνάμεσα στοὺς καπνούς, τὶς φλόγες καὶ τὰ τρωικὰ χαλάσματα ἔσυρε τὸ ξίφος του νὰ τὴ σφάξῃ. Τὸ ξεγύμνωμα τοῦ στήθους της ὅμως τὸν μαλάκωσε, τὸν ἡμέρεψε. Αὐτὴ τὴν ἀθάνατα τρυφερὴ σάρκα νὰ σφάξῃ; Ἐνῷ μπορεῖ νὰ τὴν ἀπολαμβάνῃ; Ὁ ἴδιος καὶ ἡ θυγατέρα του; «Ὄχι, ὄχι». Τί κι ἂν πλάγιαζε μὲ ἄλλον δέκα χρόνια. Ὁ ἀγῶνας τοῦ Μενέλαου εὐωδώθηκε καὶ τώρα θὰ τὴν ἔχῃ καὶ πάλι δική του, βασίλισσα τῆς Σπάρτης καὶ τῆς καρδιᾶς του. (Μὰ καὶ κεῖνος τόσα χρόνια μήπως τῆς ἔμεινε πιστός; Τὸ Μεγαπένθη γέννησε, πού, ἂν καὶ τὸ ὄνομά του ἐκφράζει τὸ μέγιστο βαθμὸ τῆς λύπης γιὰ τὴν ἀπουσία τῆς Ἑλένης, εἶναι ὡστόσο καρπὸς ἑνὸς παράνομου ἔρωτα μὲ μιὰν παλλακίδα). Τὸ πόσο καὶ γιὰ πόσον καιρὸ μπορεῖ κάποιος νὰ «κατέχῃ» κάποιον ἄλλον ἄνθρωπο εἶναι ἕνα θέμα ποὺ ἀξίζει νὰ συζητηθῇ: Κανεὶς δὲν εἶναι κτῆμα κανενός, γιατὶ αὐτὸ θὰ ὑποβίβαζε τὴν ἀνθρώπινη ἀξία σὲ ὑλικὸ ἀπόκτημα. Τὸ Ὑποκείμενο θὰ ὑποβιβαζόταν στὴ θέση τοῦ Ἀντικειμένου. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι πρᾶγμα – ὅπως σὲ ἀλλοτριωμένες κοινωνίες θεωρεῖται. Καὶ φυσικὰ ἡ γυναῖκα εἶναι ἄνθρωπος. Ἄνθρωπος σημαίνει σῶμα, πνεῦμα καὶ ψυχὴ σὲ ἁρμονικὴ σύζευξη. Τὸ πλατωνικὸ μεταφορικὸ «ἅρμα τῆς ψυχῆς», ποὺ συνταιριάζει τὰ τρία διαφορετικὰ αἴτια: «θυμοειδές», «ἐπιθυμητικὸ» καὶ «λογιστικό», δὲν ἀφορᾷ μονάχα στὸ ἀνδρικὸ φῦλο. Καὶ ἡ γυναῖκα εἶναι ἄνθρωπος. Καὶ ἡ γυναῖκα ἔχει πρόσωπο. Καὶ ἡ γυναῖκα μπορεῖ καὶ νὰ παρασύρεται ἀπὸ τὸ «ἐπιθυμητικό». Ἦθος ὅμως, καὶ μάλιστα «χρηστόν», ἀποδίδεται στὴν Ἑλένη στὴν ὁμώνυμη τραγῳδία τοῦ Εὐριπίδη, ὁ ὁποῖος ἀναδεικνύεται ὑπέρμαχος τῆς ἀνθρωπιστικῆς ἀξίας τῆς γυναίκας. Γυναῖκες ὅπως ἡ Διοτίμα τοῦ πλατωνικοῦ «Συμποσίου» καὶ ἡ Ἀσπασία ἡ Μιλησία, δεύτερη σύζυγος τοῦ Περικλῆ, ἀντανακλοῦν ἕνα πολιτικὸ καὶ κοινωνικὸ καθεστώς πάλης γιὰ τὴν ἀνατροπὴ τῶν ὅποιων κακῶς κειμένων σχετικὰ μὲ τὰ δικαιώματα τῆς γυναίκας, τὸ ὁποῖο ὁ Εὐριπίδης τολμᾷ νὰ παρουσιάζῃ στὴ σκηνὴ ἀρθρώνοντας λόγο ἰσότητας. Ἡ Ἑλένη στὴν «Ἑλένη» θὰ μποροῦσε χαριτολογώντας νὰ θεωρηθῇ «πονηρὸ θηλυκό», «κατεργάρα γυναῖκα». Ἡ προσωπικότητά της αἵρεται σὲ σύμβολο αἰώνιας θηλυκότητας. Τὸ «χρηστὸν» ἦθος της συνδυάζεται μὲ τὴ μονογαμικότητα, τὸ δόσιμο στὴν οἰκογένεια «ψυχῇ τε καὶ σώματι», τόσο σὲ βάθος ὅσο καὶ σὲ πλάτος. Ἡ Ἑλένη στὴν «Ἑλένη» δὲν στερεῖται ἀνθρωπιστικοῦ περιεχομένου. Ἀγωνιᾷ γιὰ τὴν οἰκογένειά της ὁλόκληρη: Συνθλίβεται ἀπὸ τὴν αὐτοχειρία τῆς μητέρας της – δεῖγμα εὐθιξίας καὶ αἰδοῦς. Πονᾷ γιὰ τὴν ἐρημιὰ καὶ τὴν κοινωνικὴ ἀπομόνωση τῆς Ἑρμιόνης της. Γιὰ τὰ ἀδέρφια της, τοὺς Διόσκουρους καὶ τὴν τύχη τους ἀνησυχεῖ. Οἱ ἀντιφατικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →