ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

272ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 2004

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 17910
Φύλλο στό PDF
35 ἀπό 97
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Τι σημαίνει η φράση «Υιός του Ανθρώπου — ΑΤΤΑΒΥΡΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 17910 · τέλος: δηλωμένο · τχ. 272

Κείμενο φύλλου

17910 ΔΑΥΛΟΣ/272-273, Αὔγ. - Σεπτ. 2004 στεύετε καὶ σ’ ἐμένα, γιατὶ γιὰ μένα ἐκεῖνος ἔγραψε κι ἂν δὲν πιστεύετε στὰ γραπτὰ ἐκείνου, πῶς θὰ πιστέψετε στὰ λόγια μου;» («Κατὰ Ἰωάννην», ε΄ 46-47) καὶ «ἐρευνᾶτε τὰς γραφὰς (ἐννοεῖ τὴν «Παλαιὰ Διαθήκη», ἡ «Καινὴ» δὲν εἶχε ἀκόμη γραφτῆ), γιατὶ ἐκεῖνες περιέχουν μαρτυρίες γιὰ μένα» («Κατὰ Ἰωάννην», ε΄ 39). Στὸ παρὸν ἄρθρο θὰ δείξουμε ὅτι ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ κείμενα τῆς «Καινῆς Διαθήκης» δὲν προκύπτει καμμία διαφορὰ ἀπὸ τὴν «Παλαιά», γιατὶ καὶ τὰ δύο βιβλία παραμένουν ἀδιάσπαστα τόσο στὶς «ἰδέες» ὅσο καὶ στὶς «διαθέσεις», ὁ δὲ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶναι κήρυκας ἀγάπης, ὅπως προβάλλεται, ἀλλὰ ἀντιθέτως προβαίνει σὲ κηρύγματα μίσους, διχόνοιας, διχασμοῦ κι ἔντονου μισελληνισμοῦ. «Ἦταν μερικοὶ Ἕλληνες μεταξὺ ἐκείνων ποὺ εἶχαν ἀνεβῆ, γιὰ νὰ προσκυνήσουν κατὰ τὴν ἑορτή. Αὐτοὶ λοιπὸν ἦλθαν στὸν Φίλιππο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ τοῦ εἶπαν: “Κύριε, θέλουμε νὰ δοῦμε τὸν Ἰησοῦ”. Ἔρχεται ὁ Φίλιππος καὶ τὸ λέει στὸν Ἀνδρέα καὶ ὁ Ἀνδρέας κι ὁ Φίλιππος τὸ λέγουν στὸν Ἰησοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ἀποκρίθηκε σ’ αὐτούς: “Ἦλθε ἡ ὥρα γιὰ νὰ δοξαστῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου”» («Κατὰ Ἰωάννην», ιβ΄ 20-23). Αὐτὸ εἶναι τὸ περίφημο ἀπόσπασμα στὸ ὁποῖο κατὰ κόρον ἀναφέρονται οἱ ἑλληνορθόδοξοι, στὴν προσπάθειά τους νὰ ἀπαντήσουν στὶς ἐπικρίσεις ποὺ δέχονται γιὰ τὸ ἀνθελληνικὸ μένος τῶν ἰουδαϊκῶν Γραφῶν καὶ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ναὶ μὲν ἡ «Παλαιὰ Διαθήκη» ἀποπνέει μῖσος γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἦταν πολὺ διαφορετικὸς κι ἔβαλε τὰ πράγματα στὴ θέση τους. Ἐδῶ πρέπει νὰ διευκρινίσουμε ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ Ἕλληνες τὸ γένος, καὶ αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ κείμενο. Ἂς ἐξετάσουμε μὲ προσοχὴ τὸ ἐπίμαχο ἀπόσπασμα. Κατ’ ἀρχὴν οἱ «Ἕλληνες» αὐτοὶ ἀνέβαιναν νὰ προσκυνήσουν στὴν ἑορτή. Γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες ἕνα ἀπὸ τὰ κυριώτερα χαρακτηριστικὰ τῆς φυλῆς μας εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Ὁ ὑπερήφανος ἐπιδεικνύει τὸν ἑαυτό του, ἀλλά, γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχῃ αὐτό, δὲν πρέπει νὰ συρρικνώνῃ τὸ σῶμα του, ἀλλὰ νὰ υἱοθετήσῃ ἕνα εὐθυτενὲς παράστημα καὶ ἀνάλογο βάδισμα. Ὁ ὑπερήφανος δὲν φοβᾶται. Δὲν γονατίζει. Δὲν προσκυνᾷ. Κατὰ τὸν Ξενοφῶντα δὲν εἶναι γνώρισμα τῶν Ἑλλήνων τὸ προσκύνημα οὔτε θεῶν οὔτε ἀνθρώπων, τὸ προσκύνημα ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ç ΦΡΑΣΗ «Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου»; Ìελετώντας τὰ Εὐαγγέλια παρατηροῦμε ὅτι τὸ πρῶτο σύνθημα σὲ κάθε ὁμιλία τοῦ Ἰησοῦ ἦταν τὸ «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ., δ΄ 17). Στὸ ἄκουσμά του ὁ ἁπλὸς εὐσεβὴς χριστιανὸς ἐννοεῖ τὸν «παράδεισο», ἐνῷ οἱ θεολόγοι μας ἐννοοῦν μία πνευματικὴ βασιλεία μὲ κεφαλὴ τὸ Χριστὸ – καὶ δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ ἡ ἐπὶ γῆς στρατευμένη καὶ ἐν οὐρανοῖς θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, ἡ ὁποία σὲ κάποια ἀπώτερη στιγμὴ τῆς αἰωνιότητας καὶ μετὰ τὴ «Δευτέρα Παρουσία» θὰ καταλήξῃ σὲ μόνο «θριαμβεύουσα». Εἶναι ἡ φιλοσοφικὴ διάσταση τοῦ ὅρου «Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» μὲ θεολογικὴ «σαντιγύ». Ὅμως γιατί δὲν προσγειωνόμαστε σὲ διαδρόμους ἁπλῆς λογικῆς, παρὰ μεταποιοῦμε τὸ λογικό μας σὲ ἀερόστατο; ‣
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →