ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

274ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2004

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 18135 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
76 ἀπό 89
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο θρήνος του Αιλίου Αριστείδου. «Ουαί, σεις που παύσατε τα Ελευσίνια Μυστήρια!». — ΣΤΑΜΟΥ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 18135 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 274

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

«Οὐαί, σεῖς ποὺ παύσατε τὰ Ἐλευσίνια Μυστήρια!» ὸ 170 μ.Χ. μιὰ περίεργη ἐπιδρομὴ τῶν βαρβάρων Κοστοβώκων στὴν Ἑλλάδα εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴ μεγάλου μέ- ρους τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ἐλευσῖνος. Οἱ βάρβαροι αὐτοὶ κατοικοῦσαν πάνω ἀπὸ τὴν Δακία. Τότε αὐτοκράτωρ τῆς Ρώμης ἦταν ὁ Μᾶρ- κος Αὐρήλιος. Τὰ ἐρείπια τῆς Ἐλευσῖνος ἀντίκρυσε ὁ ρήτωρ Αἴλιος Ἀριστεί- δης, ὁ ὁποῖος εἶχε ἕδρα τὴν Σμύρνη καὶ ταξίδευε συχνὰ στὴν Ἀττική. Ἀπὸ τὴν θέα τῆς ἀδιανόητης αὐτῆς καταστροφῆς ἔγραψε τὸν Ἐλευσίνιο θρῆνο, ἀποσπάσματα τοῦ ὁποίου γιὰ πρώτη φορὰ βλέπουν ἐδῶ τὸ φῶς τῆς δημο- σιότητος. Ἂν καὶ ξανακτίσθηκε τὸ Ἱερὸν καὶ λαμπρύνθηκε ὁ ἐξωτερικὸς χῶρος μὲ τὰ Μεγάλα Προπύλαια ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Μάρκου Αὐρηλίου, ποὺ τὸ προεκάλεσε κυρίως ὁ Ἀριστείδης μὲ τοὺς λόγους του, ὁ Ἐλευσίνιος θρῆνος ἔμελλε νὰ προφητεύσῃ τὰ γεγο- νότα ποὺ συνέβησαν τρεῖς αἰῶνες μετά. Δηλαδὴ τὴν ὁριστικὴ παῦσι τῶν Ἐλευσινίων Μυστηρίων ἀπὸ τὸν Θεοδόσιο (392 μ.Χ.) καὶ τὴν ἰσοπέδωσι ὅλων των Ἱερῶν Ναῶν (Τριπτολέμου, Ἀρτέμιδος καὶ Ποσειδῶνος κ.ἄ.) καὶ τοῦ Τελεστηρίου τῆς Δήμητρος ἀπὸ τοὺς Γότθους καὶ τὸν Ἀλάριχο (395 μ.Χ.), ποὺ εἶχαν ἐκχριστιανισθῆ. Νὰ σημειώσουμε πὼς τὸ μῖσος τῶν τότε χριστιανῶν ἐστρέφετο ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων μὲ λόγους, μὲ νό- μους καὶ μὲ ἄφθονη δρᾶσι. Ὦ πάλαι ποτὲ Ἐλευσίς, ἐμοί τις Ὀρφεὺς ἢ Θάμυρις ἡδίων ᾄδειν, ἢ ποῖος Ἐλευσίνιος οἰκήτωρ Μουσαῖος ἀρκέσει τοσούτῳ πράγ- ματι; Ὦ Ἐλευσῖνα, ποῦ χάθηκες, ποιός Ὀρφεύς, ποιός Θάμυρις γλυκὰ θὰ τραγουδήσῃ, ποι- ός Μουσαῖος Ἐλευσίνιος μπορεῖ νὰ μᾶς μι- λήσῃ; Ποίαις κιθάραις ἢ λύραις τὸ κοινὸν πτῶ- μα, τὸ κοινὸν τῆς γῆς ἀνακλαύσεται; Τίνα ταύτην προύβαλες ὦ Ζεῦ τὴν ὑπόθεσιν; Μὲ ποιές κιθάρες καὶ ποιές λύρες θὰ σὲ κλάψουν τῆς γῆς οἱ ἄνθρωποι; Τί μᾶς ἔκα- νες, Θεέ μου; Τὶς γὰρ Ἑλλήνων ἤ τις βαρβάρων οὕτω σκαιῶς ἢ ἀνήκοος, ἤ τις οὕτω σφόδρα ἔξω τῆς γῆς ἢ θεῶν, ἢ καλῶν ἀναίσθητος, πλὴν τῶν κάκιστ’ ἀπολουμένων οἳ ταῦτ’ ἔδρα- σαν, ὅστις οὐ κοινόν τι τῆς γῆς τέμενος τὴν Ἐλευσῖνα ἡγεῖτο, καὶ πάντων ὅσα θεῖα ἀν- θρώποις; Τίνι δ’ ἄλλῳ χωρίων ἢ μύθων φῆμαι θαυ- μαστότερα ἐφύμνησαν, ἢ τὰ δρώμενα μείζω ἔσχε τὴν ἔκπληξιν, ἢ μᾶλλον εἰς ἐφάμιλλον κατέστη ταῖς ἀκοαῖς τὰ ὁρώμενα, ὅσα μὲν δὴ θέας ἐχόμενα εἶδον γενεαὶ παμπληθεῖς εὐδαιμόνων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν· ἃ δ’ εἰς τὸ μέσον ποιηταὶ καὶ λογοποιοὶ καὶ συγ- γραφεῖς πάντες ὑμνοῦσι. Ποιός ἐκ τῶν Ἑλλήνων ἢ ποιός ἐκ τῶν βαρ- βάρων εἶναι τόσον ἀμαθὴς ἢ τόσον ἀσεβὴς ἢ ἄξεστος κι ἀναίσθητος, ἐκτὸς αὐτῶν ποὺ ἔ- πραξαν τοῦτο τὸ κακό, ὥστε νὰ μὴν γνωρίζῃ ὅτι ἡ Ἐλευσὶς εἶναι ὁ Ναὸς τῆς Οἰκουμένης; Μὲ ποιόν ἄλλον τρόπο ἢ σὲ ποιόν ἄλλον τόπο τὰ λεγόμενα θαυμαστότερα ἐψάλησαν; Ἢ τὰ δρώμενα προκάλεσαν μεγαλύτερο δέ- ος; Ἢ τὰ δεικνύμενα κατέστησαν ἐφάμιλλα; Πόσα ἀλήθεια δὲν εἶδαν γενιὲς ὁλόκληρες εὐ- δαιμόνων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, πού δόξα- σαν ἅπαντες οἱ ποιηταὶ καὶ οἱ συγγραφεῖς;
← καθαρισμένο κείμενο