ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

276ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2005

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 18333 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
90 ἀπό 97
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Από τη Δα στον Δία - Μερικές σκέψεις περί του ονόματος Γα-Γη-Δη — ΘΑΝΑΣΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 18333 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 276

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

Μερικὲς σκέψεις περὶ τοῦ ὀνόματος Γᾶ-Γῆ-Δῆ τὸ τεῦχος 274 τοῦ περιοδικοῦ «Δαυλὸς» δημοσιεύθηκε μία πρω- τότυπη ἐργασία τοῦ Κ. Στρατῆ,14 ὅπου δίνεται μία ἐνδιαφέρουσα προσέγγιση γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ ὀνόματος τοῦ Διὸς ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες. Οἱ ἑρμηνεῖες ποὺ δίδονται δὲν φαίνονται λανθασμένες, ἀλλὰ προσεγγίζουν περισσότερο στὰ μεταγενέστερα χρόνια, τῆς λεγόμενης ἱ στορικῆς ἐποχῆς, καὶ δὲν φαίνεται νὰ καλύπτουν καὶ τὴν πολὺ μακρινὴ ἐποχή, τὴ λεγόμενη προϊστορική, στὴν ὁποία δημιουργήθηκε τὸ ὄνομα. Ἀνατρέχοντας στὸ πολὺ μακρινὸ παρελθὸν διαπιστώνουμε μὲ βεβαιότητα ὅτι σὲ ὁλό- κληρο τὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο, ἀπὸ τὴ μέση Νεολιθικὴ Ἐποχὴ τοὐλάχιστον, λατρευόταν ὁ ἴδιος τύπος τῆς «Μητέρας Γῆς». Τοῦτο ἦταν πολὺ φυσικό, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ πολὺ πιθανὸν καὶ τῆς πρωιμώτερης, διαπίστωσαν ὅτι ἡ γῆ ἦταν ἡ ζωοδότρα καὶ τροφοδότρια μήτρα αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς ὕπαρξής τους. Ἦταν λοιπὸν πολὺ φυσικὸ νὰ τὴ λατρεύσουν καὶ βεβαίως νὰ τὴ θεοποιήσουν. Τὰ στεατοπυγικὰ εἰδώλια τῶν διαφόρων νεολιθικῶν οἰκισμῶν, ποὺ συνεχῶς ἀνασκάπτονται στὴν ἠπειρωτικὴ χώρα γύ- ρω ἀπὸ τὸ Αἰγαῖο καὶ στὰ νησιὰ τοῦ ἀρχιπελάγους του, περιλαμβανομένης τῆς Κρήτης, δὲν ἀφήνουν καμμιὰ ἀμφιβολία γι’ αὐτό. Ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα, ὅπως παραστάσεις χοροῦ γύρω ἀπὸ μία γυναικεία μορφή,15 ἀναπαραστάσεις ὅπως μιᾶς θεᾶς στεατοπυγι- κοῦ τύπου ἀπὸ τὴ Μάλθη τῆς Μεσσηνίας ἢ ἕνα εἰδώλιο ἀπὸ τερρακόττα ἀπὸ τὴ Λέρνα τῆς Ἀργολίδας καὶ ἄλλα πολλά, ὅπως ἀπὸ τὸ Hacilar πρὶν 7.500 χρόνια ἢ ἕνας ὄρθιος μονόλιθος ἀπὸ τὸ Σουφλὶ τῆς Θεσσαλίας16 καὶ ἡ θεὰ μὲ τὴ μεγάλη σπουδαιότητα, ὅπως φαίνεται, ποὺ ἀναφέρεται ὡς «Πότνια» (po-ti-ni-ja) στὶς πινακίδες τῆς Γραμμικῆς Β τῆς Κνωσοῦ καὶ τῆς Πύλου,13 εἶναι ἀδιαμφισβήτητα εὑρήματα καὶ δὲν φαίνεται νὰ ἀφήνουν πολλὰ περιθώρια ἀμφιβολιῶν γιὰ τὴ λατρεία τῆς θεότητας ποὺ ἀντιπροσώπευε τὴ Γῆ. Ἡ Vermeule16 σημειώνει τὰ πιὸ κάτω: «Οἱ ἀναπαραστάσεις αὐτὲς μᾶς δίνουν τὴ βεβαιότητα ὅτι σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα λάτρευαν τὸν ἴδιο τύπο τῆς γόνιμης Μητέρας Γῆς, χρησιμοποιών- τας παρόμοια μεταξύ τους εἰδώλια καὶ πιθανὸν παρόμοιες τελετές, θυσίες καὶ ὕμνους. Ἡ ἐκπληκτικὴ δύναμη καὶ ἀντοχὴ αὐτῆς τῆς θρησκείας, τῆς τόσο βαθιὰ ριζωμένης στὴν ἀγροτικὴ ζωή, γίνεται φανερὴ ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι οὐδέποτε ἐξαφανίστηκε ἐντελῶς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Μπορεῖ νὰ ἐτέθη ἐκτὸς νόμου, νὰ ἔγινε ἀνεπίσημη, νὰ μετασχηματίσθηκε, νὰ καταπιέστηκε, νὰ δεσμεύθηκε, νὰ μπῆκε στὴν πολιτικὴ ζυγαριὰ σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ νεώτερες θρησκεῖες, ἀλλὰ ὁποιοσδήποτε ἀρχαιολόγος ποὺ μελετᾷ τὴ θρησκεία θ’ ἀναγνωρίσῃ σ’ αὐτὴν ἕνα ἀπὸ τὰ πρωταρχικὰ δῶρα τοῦ Νεολιθικοῦ Πολιτισμοῦ πρὸς τοὺς κληρονόμους του στὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἐγγὺς Ἀνατολή». Στοὺς Ὀρφικοὺς ὕμνους,12 ποὺ κατὰ τεκμήριο ἕπονται τῆς Νεολιθικῆς Ἐποχῆς, εἶναι
← καθαρισμένο κείμενο