ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
277ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2005
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το τρία (3) στον Όμηρο: Ένα ανεξιχνίαστο μαθηματικό υπόβαθρο. — ΑΔΑΜΑΚΟΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Ἕνα ἀνεξιχνίαστο μαθηματικὸ ὑπόβαθρο
Ὅμηρος χρησιμοποιεῖ συνειδητὰ στὰ ἔπη του ἀποκλειστικὰ σχε-
δὸν τὸν ἀριθμὸ τρία καὶ τὰ πολλαπλάσιά του. Ἐνδεικτικὰ ἀνα-
φέρουμε: «καὶ τρεῖς ἐχύθηκε φορὲς μὲ ὁρμὴ νὰ τὸν φονεύσῃ (ὁ
Διομήδης τὸν Αἰνεία), καὶ τρεῖς τοῦ ἐτίναξε ὁ θεὸς (Ἀπόλλων) τὴ
φωτεινή του ἀσπίδα (Ἰλιὰς Ε 435), καὶ τρεῖς ἐσκάλωσε φορὲς ὁ Πάτροκλος
στὸ τεῖχος, καὶ τρεῖς τὸν ἐξετίναξεν ὁ Φοῖβος μὲ τὰ χέρια (Ἰλ. Π 702), καὶ
τρεῖς φορὲς κραυγάζοντας τρομακτικῶς ἐχύθη (ὁ Πάτροκλος), καὶ ἄνδρες
ἐννέα (=3 × 3) τὴ φορὰ ροβόλησαν στὸν Ἅδη…» (Ἰλ. Π 784). (Σημείωση: Ἐλά-
χιστες φορὲς χρησιμοποιεῖ τὸ τέσσερα καὶ τὸ δέκα, ἀλλὰ πάντα στὰ πλαίσια
τοῦ ἄγνωστου σὲ μᾶς Ὀρφισμοῦ).
Ὁ Ὅμηρος ἔγραψε σὲ δακτυλικὸ ἑξάμετρο. Αὐτὴ ἡ ἐπιλογή του σημαίνει ὅτι: «Κά-
θε στίχος ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕξι δακτύλους καὶ κάθε δάκτυλος ἀποτελεῖται ἀπὸ τρεῖς
συλλαβές, μία μακρόχρονη καὶ δύο βραχύχρονες, ‾˘˘. Στὴ θέση τῶν δύο βραχύχρο-
νων συλλαβῶν συχνὰ μποροῦσε νὰ μπῇ μία μακρόχρονη (‾ ‾). Στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ
ποίηση ὁ ρυθμὸς δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν κανονικὴ ἐναλλαγὴ μακρόχρονων καὶ βρα-
χύχρονων συλλαβῶν, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ νεοελληνικὴ ποίηση, στὴν ὁποία ὁ ρυθμὸς
γεννιέται ἀπὸ τὴν κανονικὴ ἐναλλαγὴ τονισμένων καὶ ἄτονων συλλαβῶν». (Ἀπὸ τὴν
«Ὀδύσσεια» τῆς Α΄ Γυμνασίου, ἐκδ. ΟΕΔΒ.)
Παράδειγμα: –
/ –
/ –
/ –
/ –
/ –
ἤ, ἔχουμε:
ἕξι πόδια
κάθε πόδι ἔχει τὸ ἴδιο μῆκος μὲ τὰ ἄλλα
κάθε πόδι διαιρεῖται σὲ δύο ἴσα μέρη
• τὸ πρῶτο μέρος λέγεται ἄρση καὶ τονίζεται (δίνει τὸν ρυθμό)·
• τὸ δεύτερο μέρος, ἡ θέση, εἶναι μὴ τονιζόμενο·
• σὲ κάθε πόδι ἡ ἄρση εἶναι ἡ μακρὰ συλλαβή, ἐνῷ ἡ θέση μπορεῖ νὰ εἶναι –
• ἡ τελευταία θέση στὸ τελευταῖο πόδι μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα –
• στὸ πέμπτο πόδι ἡ θέση σχεδὸν πάντα ἀποτελεῖται ἀπὸ
/ –
πέμπτο καὶ ἕκτο πόδι νὰ καταλήγουν ὡς ἑξῆς: –
ταίων) – ἤ
ἤ –·
·
, ἔτσι σχεδὸν πάντα τὸ
ἢ (ἕνα ἐκ τῶν δύο τελευ-
ἤ –·
• τὸ τελευταῖο πόδι πρέπει νὰ τὸ θεωροῦμε λίγο «κοντότερο» ἀπὸ τὰ ἄλλα, καὶ αὐτὸ
ποὺ «λείπει» καλύπτεται ἀπὸ τὴ μικρὴ παύση (στὴν ἀπαγγελία) στὸ τέλος τοῦ κάθε
στίχου (δηλαδὴ ὑπάρχει, ἀλλὰ εἶναι «κρυφό»: ἔμμεση ὕπαρξη)·