ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
278ΜΑΡΤΙΟΣ 2005
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- «Παλαιά Διαθήκη» και «Eυαγγέλια»:Οι δύο «πηγές» του ιερού βόθρου — Β.Μ. - Γ.Σ.Π.
Κείμενο φύλλου
«ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ» ΚΑΙ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ»: ΟΙ ΔΥΟ «ΠΗΓΕΣ» ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΒΟΘΡΟΥ
ὸ μέ γα σκάν δα λο χρη μα τι κῆς ἀ πά της, ὁ μο φυ λο φι λί ας, ἀρ χαι ο καπη
λί ας, ἐμ πο ρί ας ναρ κω τι κῶν καὶ πα ρα βά σε ως καὶ προ σβο λῆς
κά θε ἔν νοι ας νο μι μό τη τας συγ κλο νί ζει τὴν Ἑλ λα δι κὴ Ἐκ κλη σί α.
Τὰ γε γο νό τα εἶ ναι γνω στά: Ἄ με ση ἡ συμ με το χὴ τοῦ ἴ διου τοῦ κ.
Χρι στό δου λου, ὁ ὁ ποῖ ος ἀποδεδειγμένα ὑποστήριζε με γα λέμ πο ρους ἡ ρω ί νης
στὸ Βό λο.
Πολ λοί, ποὺ ζοῦ νε ἀ πὸ τὶς ἐ πι χο ρη γή σεις τῆς Ἐκ κλη σί ας (ὅ πως τὸ γνω στὸ ὀρθό
δο ξο κόμ μα), ἔ τρε ξαν νὰ ὑ πο στη ρί ξουν τὸν ἀρ χι ε πί σκο πο καὶ τὸν «θε σμὸ τῆς
Ἐκ κλη σί ας» ἐν γέ νει, κα τη γο ρῶν τας τοὺς δη μο σι ο γρά φους ποὺ ἔ βγα λαν τὰ αἴ σχη
τους στὴν φό ρα, ἐ νῷ οἱ γνω στοὶ τη λελ λα δέμ πο ροι σι ώ πη σαν συ νε νο χι κά. Κά ποι οι
ἄλ λοι εἶ παν, πὼς αὐ τὰ εἶ ναι ἁ πλῶς ση μά δια τῆς πα ρα κμια κῆς ἐ πο χῆς μας, ἐ νῷ ὁ
Χριστιανισμὸς πα ρα μέ νει ἄ σπι λος διὰ μέ σου τῶν αἰ ώ νων.
Ὅ μως ἡ σα πί λα καὶ ἡ δι α φθο ρὰ πά σης μορ φῆς συ νο δεύ ει ὅ λα τὰ χρι στι α νι κὰ
δόγ μα τα σ’ ὅ λες τὶς πε ρι ό δους τῆς ἱ στο ρί ας τους. (Βλέ πετε στοὺς τόμους τοῦ «Δ»
τὶς ἑ κα τον τά δες ἔ ρευ νες –ἄ νω τῶν 7.000 σε λί δων– γιὰ τὴν ἔ σχα τη ἀ νη θι κό τη τα ὁ λόκλη
ρης τῆς Πα λαι ᾶς Δι α θή κης, ὅ πως καὶ τὸ τεῦ χος 272-273 (Σε πτεμ βρί ου 2004), στὸ
ὁ ποῖ ο δη μο σι εύ ε ται ἡ ἐμπε ριστα τω μέ νη ἔ ρευ να ὑ πὸ τὸν τίτ λον «Ἰ η σοῦς: Κή ρυ κας
μί σους, δι χα σμοῦ καὶ ἀν θελ λη νι σμού», ὅ που ἀ πο δει κνύ ε ται ἀ πο κλει στι κῶς ἀ πὸ
ἀ πο σπά σμα τα τῶν Εὐ αγ γε λί ων τὸ ἄ θλιο ἠ θι κὸ ποι ὸν τοῦ ἱ δρυ τῆ τῆς ἰ ου δαι ο χρι στια
νι κῆς θρη σκεί ας.) Χά ριν πα ρα δείγ μα τος θὰ ἀ να φερ θοῦ με στὴν κα τά στα ση ποὺ
ἐ πι κρα τοῦ σε στὴν Ὀρ θο δο ξί α μό νο κα τὰ τὴν ἐ πο χὴ τῆς Τουρ κο κρα τί ας:
Ὁ Ἀ νώ νυ μος Ἕλ λην τῆς «Ἑλ λη νι κῆς Νο μαρ χί ας» μᾶς ἐ ξη γεῖ τὴν σή ψη καὶ τὴν
πα ρα κμὴ τῶν κληρικῶν ποὺ βί ω ναν οἱ σκλα βω μέ νοι Ρω μιοὶ τῆς ἐ πο χῆς του: «Οἱ
ἀρ χι ε πί σκο ποι τρώ γου σι καὶ πί νου σι ὡς χοῖ ροι… καὶ κα τερ γά ζον ται τὰ πλέ ον
ἀ ναί σχυν τα καὶ οὐ τι δα νὰ ἔρ γα ὁπού τι νας ἠμ πο ρεῖ νὰ στο χα σθῇ» (σελ. 133).
Στὶς σελ. 137 καὶ 139 τοὺς ἀ πο κα λεῖ «γα στρι μάρ γους ψευ δο κή ρυ κας» καὶ «ἀ θλίους
ἀ μα θε στά τους». Γιὰ τοὺς ἐ πι σκό πους λέ ει ὅ τι εἶ ναι «λύ κοι καὶ βάρ βα ροι
λῃ σταὶ χει ρό τε ροι τῶν πρώ των» καὶ πὼς «ἡ χυ δαι ό της των καὶ ἡ σκλη ρό της
των δι α περ νᾷ κα τὰ πο λὺ ἐ κεί νην τῆς παρ δά λε ως» (σελ. 140). Τοὺς ἀρ χι μαν δρίτες
τοὺς χαρακτηρί ζει ὡς «ἀ μα θεῖς καὶ ἀ να λφαβήτους λα ο κλέ πτας» (σελ. 135),
«ἀ ξίους γέ λω τος καὶ δα κρύ ων» καὶ πὼς «ἐκ δύ ουν γυ ναῖ κας, ὅ πο τε ἠμ πο ροῦν»
(σελ. 136). Τοὺς κα λο γή ρους «κοκ κα λο πω λη τάς, κλε πτα πο δό χους καὶ ἀ πα θῆ τέρα
τα, ποὺ κρύ πτου σι τὴν ἀ μά θειάν των» (σελ. 137). Γιὰ τὸν ἀ ριθ μό τους λέ ει ὅ τι
ἦ ταν «ἑ κα τὸν χι λιά δες καὶ ἴ σως καὶ πε ρισ σό τε ροι μαυ ρο φο ρε μέ νοι», οἱ ὁποῖοι
«ζῶ σιν ἀρ γοὶ καὶ τρέ φον ται ἀ πὸ τοὺς ἱ δρῶ τας τῶν τα λαι πώ ρων καὶ πτω χῶν
Ἑλ λή νων» (σελ. 138). Καὶ κα τα λή γει ἀ πο δί δον τας στὸν ἄ θλιο αὐ τὸν Κλῆ ρο τὴ διαι
ώ νι ση τῆς σκλα βιᾶς τοῦ Ἑλ λη νι κοῦ Ἔ θνους: «Ἰ δού, ὦ Ἕλ λη νες ἀ γα πη τοί μου