ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

278ΜΑΡΤΙΟΣ 2005

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 18461 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
34 ἀπό 97
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ένας Τζαβέλλας διεθνής πειρατής. ?γνωστες περιπέτειες ενός βλαστού της άνδοξης σουλιώτικης «φάρας». — ΜΙΧΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 18461 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 278

Κείμενο φύλλου

Ἄ γνω στες πε ρι πέ τει ες ἑ νὸς βλα στοῦ τῆς ἔν δο ξης σου λι ώ τι κης «φά ρας» α θὼς ξε φύλ λι ζα κά ποι α πα λιὰ ἔν τυ πα, τὸ μά τι μου ἔ πε σε στὸ σκίτσο ἑ νὸς ἄν τρα, ποὺ ἔ φε ρε «τα του άζ» σὲ ὅ λο του τὸ σῶ μα. Ἡ εἰκό να καὶ μό νο στά θη κε ἀρ κε τή, γιὰ νὰ κεν τρί σῃ τὴν πε ρι έρ γειά μου καὶ νὰ δι α βά σω τὸ σχε τι κὸ κεί με νο: «Πρὸ τεσ σά ρων ἡ με ρῶν δι ῆλ θεν ἐκ Πει ραι ῶς, ἐ πι βαί νων τοῦ γαλ λι κοῦ ἀ τμο πλοί ου “Τί γρις” τῶν Θαλασ σί ων Δι α πορ θμεύ σε ων ὁ δι ά ση μος κα πε τάν-Γι ώρ γης» (βλ. Εἰκ. 1). Δὲν ἄρ γη σα νὰ ἀ να ζη τή σω στοι χεῖ α καὶ σὲ ἄλ λες ἐ φη με ρί δες τῆς ἰ δί ας πε ρι ό δου: Ἔκπληκτος διαπίστωσα ὅτι ἐ πὶ ἡ με ρη σί ας βά σε ως καὶ γιὰ τέσ σε ρις μῆ νες ἀ φιε ρώ νον ταν μα κρο σκε λῆ ἄρ θρα γιὰ τὸν ἄν θρω πο αὐ τόν, ποὺ ἔ φτα σε ξαφ νι κὰ στὴ μι κρὴ τότε πα τρί δα, ὄ χι μό νο γιὰ τὴν πε ρί ερ γη ἐμ φά νι ση ποὺ πα ρου σί αζε, ἀλ λὰ –πε ρισ σό τε ρο– γιὰ τὴν ἑλ λη νι κὴ κα τα γω γὴ ποὺ δι εκ δι κοῦ σε. Δημοσιεύθηκαν τότε σει ρὰ συ νεν τεύ ξε ων τό σο ἀ πὸ τὸν ἀ πρό σμε νο αὐ τὸν ἐ πι σκέ πτη ὅ σο καὶ ἀ πὸ αὐ τό πτες μάρ τυ ρες, ἐ νῷ ὁ ἀ θη ναϊ κὸς τύ πος προ σπα θοῦσε μὲ ἐ πι βλη τι κοὺς τίτ λους νὰ ἱ κα νο ποι ή σῃ τὴν πε ρι έρ γεια τῶν ἀ να γνω στῶν. Οἱ ἔ ρευ νες ὅ μως μέ ρα μὲ τὴ μέ ρα ἔπαιρ ναν ὅ λο καὶ πιὸ πε ρί ερ γη τρο πή, ὥ σπου ξε σπᾷ ἡ εἴ δη ση: «Δρα μα τι κὴ εἴ δη σις δι ε δό θη σή με ρον εἰς τὴν πό λιν ἥ τις, κα θ ἅ πλη ρο φο ρού με θα, εἶ νε ἀ κρι βής. Ὁ κα τά στικτος ἄν θρω πος, ὅ στις εἶ χεν ἐ κτε θῆ εἰς κοι νὴν θέ αν ἀ πό τι νων ἡ με ρῶν καὶ τοῦ ὁ ποί ου τὴν εἰ κό να εἶ χε δη μο σι εύ σει τὸ “Ἄ στυ” (σημ. ἐ φη με ρί δα ἐ κεί νης τῆς ἐ πο χῆς) πρὸ τι νῶν μη νῶν, εἶ νε γό νος μιᾶς τῶν πρώ των Ἑλ λη νι κῶν οἰ κο γε νει ῶν, υἱ ὸς τοῦ στρα τη γοῦ Τζαβέλ λα...». Γί νε ται εὔ κο λα ἀν τι λη πτὸ ὅ τι τὸ ζή τη μα με τὰ ἀ πὸ αὐ τὴν τὴν ἀ πο κά λυ ψη συγ κλό νι σε τὸ Πα νελ λή νιο, ἐ νῷ ἐ νι σχυ τι κὴ τῆς ση μαν τι κό τη τας τῶν γε γο νό των εἶ ναι καὶ ἡ πα ρα κάτω δη μο σι ο γρα φι κὴ ἀ να φο ρά: «Δὲν μᾶς συγ κι νεῖ καὶ δὲν μᾶς ἐ ξε γεί ρει τὸ ἐν δι α φέ ρον μό νον ἡ δρα μα τι κή, ἡ μυ θι στο ρι κή, ἡ ἀ πί στευ τος σχε δὸν ἱ στο ρί α τοῦ κα τα στί κτου ἀνθρώ που, τοῦ πε ρι ελ θόν τος ἐ πὶ μα κρὰ ἔ τη τὸν κό σμον ὁ λό κλη ρον καὶ ἐ κτι θε μέ νου πρὸς ἀρ γυ ρο λο γί αν εἰς τὴν κοι νὴν θέ αν καὶ ἀ πὸ τεσ σά ρων ἡ με ρῶν ἀ να γνω ρι σθέν τος ὡς γόνου τοῦ Τζα βέλ λα, τοῦ φη μι σμέ νου ἥ ρω ος τῆς Κλεί σο βας. Τὸ ὄ νο μα τοῦ Τζα βέλ λα δὲν ἀ νή κει μό νον εἰς τὴν οἰ κο γέ νειαν αὐ τοῦ, ἀ νή κει εἰς τὴν ἱ στο ρί αν, εἰς τὸ ἔ θνος· καὶ ἐν νο οῦ μεν νὰ ἐ ξαν τλή σω μεν πᾶν μέ σον, ὅ πως πεί σω μεν ἑ αυ τοὺς πε ρὶ τῆς ταυ τό τη τος τοῦ πα ρου σι α ζο μέ νου σή με ρον ὡς υἱ οῦ τοῦ γεν ναί ου στρα τη γοῦ καὶ δι α φω τί σω μεν περὶ τού του τὴν κοι νω νί αν, ἥ τις με τ’ ἐν δι α φέ ρον τος πα ρα κο λου θεῖ τὴν δρα μα τι κὴν αὐ τὴν ἱ στο ρί αν...». Ἡ ἀ να στά τω ση ποὺ προ κλή θη κε λοι πὸν δὲν ἦ ταν ἀ δι και ο λό γη τη. Ὁ κα πε τάν-Γι ώρ γης πα ρου σι ά ζε ται ἀ πὸ τὸν ἡ με ρή σιο τύ πο ὡς γό νος τοῦ ἡ ρω ι κοῦ Κί τσου Τζα βέλ λα, ποὺ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →