ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

278ΜΑΡΤΙΟΣ 2005

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 18522 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
95 ἀπό 97
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Οι κύκλωπες ?αλλοτε και τώρα — ΜΙΧΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 18522 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 278
  2. Η ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ — χωρίς ὄνομα στόν κατάλογο
    ἀρχή: σελ. 18522 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 278

Κείμενο φύλλου

Ç ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΧΑΡΗΣ ΤΣΙΡΚΙΝΙΔΗΣ, Ἀ γῶ νες χω ρὶς δι καί ω ση... Τὸ σπου δαῖ ο αὐ τὸ ἱ στο ρι κὸ ἔρ γο τοῦ ὑ πο στρα τή γου ἐ.ἀ. Χά ρη Τσιρ κι νί δη βρί σκε ται αἰ σί ως σὲ δεύ τε ρη ἔκ δο ση. Πρό κει ται γιὰ μί α ση μαν τι κὴ με λέ τη μὲ θέ μα τὴν τρα γῳ δί α τοῦ Ἑλ λη νι σμοῦ τῆς Κύ πρου καὶ τῆς Κων σταν τι νού πο λης, στὴν ὁ ποί α ἐ πι χει ρεῖ ται ἡ ἀ να ζή τη ση τῶν αἰ τί ων ποὺ ὡδή γη σαν στὸ σύγ χρο νο δρᾶ μα τῶν Ἑλ λή νων τῶν δύο αὐ τῶν μαρ τυ ρι κῶν ἑλ λη νι κῶν τό πων. Ἡ μελέ τη βα σί ζε ται κυ ρί ως στὴν προ σε κτι κὴ καὶ ἐμ πε ρι στα τω μέ νη ἔ ρευ να, ποὺ δι ε νήρ γη σε ὁ Τσιρ κινί δης στὰ στρα τι ω τι κά, πο λι τι κὰ καὶ δι πλω μα τι κὰ ἀρ χεῖ α τῆς Γαλ λί ας, ἀλ λὰ καὶ σὲ γε νι κώ τε ρα ἱ στο ρι κὰ στοι χεῖ α κα θὼς καὶ στὰ προ σω πι κὰ βι ώ μα τα ποὺ εἶ χε ἀ πο κο μί σει ἀ πὸ τὴν στρα τι ω τική του πο ρεί α. Ἀ ξί ζει νὰ ση μει ω θῇ πὼς ὁ στρα τη γὸς ὑ πῆρ ξε κα τὰ τὴν δε κα ε τί α τοῦ ’80 στρα τι ωτι κὸς ἀ κό λου θος τῆς ἑλ λη νι κῆς πρε σβεί ας στὸ Πα ρί σι. Τὰ ὅ σα μαρ τυ ροῦν ται σχε τι κὰ μὲ τὴν δι α δρο μὴ τοῦ Ἑλ λη νι σμοῦ σὲ Πό λη καὶ Κύ προ ἀ πὸ τὸ 1779 ἕ ως τὸ 1999 εἶ ναι δρα μα τι κά. Εἰ δι κὰ γιὰ τὴν κα τά στα σή μας στὸν κα τα στρο φι κὸ 20ὸ αἰ ῶ να μὲ τὸν ξε ρι ζω μὸ καὶ τὴν ὁ μη ρί α τῶν πε ρι φε ρεια κῶν ἑλ λη νι κῶν κέν τρων ἡ εἰ κό να εἶ ναι ἀ πο γο ητευ τι κή. Ἐ κεῖ νο ποὺ προ κύ πτει ἀ πὸ τὴν προ σε κτι κὴ ἀ νά γνω ση τοῦ βι βλί ου εἶ ναι, ὅ τι δὲν θὰ εἴ χαμε πε ρι έλ θη σὲ τέ τοι α δει νὴ θέ ση, ἐ ὰν γι νόν του σαν οἱ σω στὲς ἐ κτι μή σεις καὶ οἱ κα τάλ λη λοι χει ρισμοὶ ἀ πὸ τὶς πο λι τι κές, στρα τι ω τι κὲς καὶ δι πλω μα τι κὲς ἡ γε σί ες σὲ Ἑλ λά δα καὶ Κύ προ κα τὰ τὴν προ δι κτα το ρι κή, δι κτα το ρι κὴ καὶ με τα πο λι τευ τι κὴ πε ρί ο δο. Δυ στυ χῶς οἱ προ σω πι κὲς φι λο δο ξίες, ἀ δυ να μί ες καὶ ἀ νε πάρ κει ες τῶν κα τὰ και ροὺς κρα τούν των ἔ δρα σαν ἐ νάν τια στὰ ἐ θνι κά μας συμ φέ ρον τα εὐ νο ῶν τας ἐν τέ λει τὸν τουρ κι κὸ ἐ πε κτα τι σμό. Τὰ ἐν λό γῳ γαλ λι κὰ ἀρ χεῖ α στα μα τοῦν στὸ 1966, ὅ μως ὁ συγ γρα φέ ας συ νε χί ζει τὴν δι ή γη ση καὶ τὴν κρι τι κὴ τῶν γε γο νό των βα σι σμέ νος στὴν προ σω πι κή του γνώ ση ἐ π’ αὐ τῶν τῶν θε μά των. Ὅ πως κα λὰ γνω ρί ζουν ὅ λοι, ὁ «Φά κε λος τῆς Κύ πρου» πα ρα μέ νει ἑρ μη τι κὰ κλει στός, καὶ καμ μιὰ ἀ πὸ τὶς ἐμ πλε κό με νες ἑλ λα δι κὲς πλευ ρὲς δὲν ἔ χει τὸ σθέ νος νὰ πῇ τὴν ἀ λή θεια ἀ να λαμ βά νον τας ΟΙ ΚΥΚΛΩΠΕΣ – ΑΛΛΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ χετικὰ μὲ τὸ πέ ρα σμα τοῦ Ὀ δυσ σέ α ἀ πὸ τὸ νη σὶ τῶν Κυ κλώ πων ὁ Ὅ μη ρος μᾶς ἐ πι φυ λάσ σει μί α πε ρι γρα φὴ γιὰ τὰ πε ρί ερ γα αὐ τὰ ὄν τα, ποὺ σὲ ὅ λους μας εἶ ναι λί γο-πο λὺ γνω στή: Στὴν μα κρι νὴ αὐ τὴ γῆ ὑ πῆρ χε ἀ φθο νί α γε ωρ γι κῶν καὶ κτηνο τρο φι κῶν ἀ γα θῶν, ποὺ ἁ πλό χε ρα δώ ρι ζε ὁ Ζεὺς στοὺς κα τοί κους της, τοὺς Κύ κλω πες, ἐ νῷ δὲν ὑ πῆρ χαν νό μοι, καὶ ὁ κά θε Κύ κλω πας κοί τα ζε μο να χὰ τὸν ἑ αυ τό του. Ὁ Ὅ μη ρος ὀ νο μά ζει Πο λύ φη μο τὸν Κύ κλω πα ποὺ συ νάν τη σε ὁ Ὀ δυσ σέ ας, ἐ νῷ ὁ Ἰ θα κή σιος βα σι λιᾶς, ὅ ταν ρω τή θη κε ἀ πὸ τὸν Πο λύ φη μο ποιό εἶ ναι τὸ ὄ νο μά του, ἀ πάν τη σε «Κα νένας». Δυ στυ χῶς γιὰ τοὺς πε ρι πλα νώ με νους Ἕλ λη νες ὁ Κύ κλω πας κα τα βρό χθι σε ὡ ρι σμένους ἀ πὸ αὐ τούς. Τε λι κὰ ὅ μως ὁ Ὀ δυσ σέ ας κα τώρ θω σε νὰ τυ φλώ σῃ τὸν Πο λύ φη μο καὶ νὰ τὸ σκά σῃ ἀ πὸ τὴ σπη λιά του κα λυ πτό με νος μα ζὶ μὲ τοὺς συν τρό φους του κά τω ἀ πὸ τὶς κοι λι ὲς τῶν γι δι ῶν καὶ τῶν προ βά των, ποὺ βρί σκον ταν ἐν τὸς τοῦ σπη λαί ου. Ὁ Πο λύ φη μος μα νι α σμέ νος κα λοῦσε τοὺς ἀ δελ φούς του Κύ κλω πες, γιὰ νὰ πιά σουν τὸν «Κα νέ να» ποὺ προ κά λε σε τὴν τύ φλωσή του, ἐ κεῖ νοι ὅ μως τὸν ἀ γνό η σαν χλευ ά ζον τάς τον, δι ε ρω τώ με νοι πα ράλ λη λα, ἀ φοῦ τὸν τύ φλω σε ὁ «Κα νέ νας», ἐ νάν τια σὲ ποι όν θὰ ἔ πρε πε νὰ στρα φοῦν. Ἀ πο μα κρυ νό με νος ἀ πὸ τὸ νη σὶ ὁ Ὀ δυσ σέ ας ἀ πο κά λυ ψε τὸ ἀ λη θι νό του ὄ νο μα στὸν Πο λύ φη μο, ἐ νῷ τὴν ἴ δια στιγ μὴ ὁ Κύ κλω πας πα ρα κα λοῦ σε τὸν πα τέ ρα του τὸν Πο σει δῶ να, νὰ ἐκ δι κη θῇ. Αὐ τὴ ἡ πε ρι γρα φὴ εἶ ναι κα θα ρὰ ἀ λλη γο ρι κή. Πα ρα τη ροῦ με ὅ τι ὁ γί γαν τας Πο λύ-φη μος (δηλ. ὁ ἔ χων πολ λὴ φή μη) ζοῦ σε σὲ ἀ φθο νί α ἀ γα θῶν καὶ δὲν ὑ πά κου ε στοὺς νό μους, ἐ νῷ οἱ ‣
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →