ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
279ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2005
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο Ριισελιέ και οι 11 Σωματοφύλακες — ΡΕΤΟΥΛΑ, ΑΓΓΕΛΙΚΗ
Κείμενο φύλλου
Ï ΡΙΣΕΛΙΕ ΚΑΙ ΟΙ 11 ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ
ὸ ὑπο στη ρι ζόμενο ἀ πὸ ἀν θελ λη νι κὲς ἑ στί ες δυ νά με ως ἑλ λα δεμ πόριο
βου λιά ζει, καὶ πρέ πει νὰ τοῦ γί νῃ μί α ἡ ρω ι κὴ ἔ ξο δος, δη λα δὴ
νὰ αὐ το κα τη γο ρη θῇ, νὰ αὐ το γε λοι ο ποι η θῇ, γιὰ νὰ με τα φερ θοῦν
οἱ ἐ χθρο πρα ξί ες σὲ «ἄλ λο ἔ δα φος». Γιὰ τὴν με γα λο πρε πῆ αὐ τὴ
«κη δεί α» ἐ πι στρα τεύ θη καν 11 χριστιανοαριστεριστὲς «σω μα το φύ λα κες» μὲ
βα ρειὰ κα ταγ γελ τι κὴ ρη το ρι κὴ (μὲ τὸν Ρι σε λι ὲ στὸ πα ρα σκή νιο) νὰ βρον τοφω
νοῦν ὅ τι: «Οἱ Ἕλ λη νες καὶ οἱ Ρω μιοὶ εἴ μα στε ἕ να καὶ τὸ αὐ τό, πο ρευ όμε
νοι κά τω ἀ πὸ τὸ σχῆ μα τῆς Ὀρ θο δο ξί ας».
Θὰ κα τα πι ῆ τε λοι πόν –μᾶς λέ νε– τὴν ὀρ θό δο ξη «Ἱ στο ρί α», ἀλ λι ῶς θὰ σᾶς φά ῃ τὸ γνωστὸ
μαῦ ρο φί δι μὲ τὴν μα κρυ ὰ μαύρη ἐ σθῆ τα, ποὺ τρώ ει ὅ σους ἀ γνο οῦν τὸν Κύ ριο τῶν
Δυ νά με ων καὶ θέ λουν νὰ ὀ νο μά ζων ται Ἕλ λη νες ἄ νευ χρι στι α νι κῆς τσόν τας. Γιὰ τὸν Ἑλλη
νι κὸ Πο λι τι σμὸ δὲν χρει α ζό μα στε κα νέ ναν νὰ γρά φῃ (πλὴν ἡ μῶν τῶν ἰ δί ων...), για τί οἱ
γρά φον τες τε κμη ρι ω μέ να εἶ ναι πε ρι θω ρια κοὶ συ νω μό τες, ποὺ χα ρα κτη ρί ζουν τὸ Βυ ζάν τιο
ὡς «Ἑ βραι ο-Ρω μα ϊ κὸ Ὀρ θό δο ξο Με σαι ω νι κὸ Κρά τος», ἐ νῷ τὸ Βυ ζάν τιο εἶ ναι ἡ ἀ να-χωνε
μέ νη (!) Ἀρ χαι ό της (τὸ «Βυζάντιο», ποὺ κυ νη γοῦ σε τοὺς ἀ να χω νε μέ νους Ἕλ λη νες μὲ
τσε κού ρια, ρό πα λα καὶ χαν τζά ρες!). Ἡ ἀρχαιο ελ ληνική μας μνή μη εἶ ναι πε ριτ τή, για τὶ
ὁ Κο λο κο τρώ νης καὶ ὁ Κα ρα ϊ σκά κης ξε ση κώ θη καν τὸ ’21 γιὰ νὰ ἀναβιώσουν τὸ Βυ ζάντιο
(καὶ ὁ Πα τριά ρχης τοὺς ἀ φώ ρι ζε καὶ τοὺς μούν τζω νε μὲ τὰ δυ ὸ χέ ρια!). Ἀ φή στε τὴν
δι α μά χη Δι α φω τι σμοῦ-Ἐκ κλη σί ας, εἶ ναι δευ τε ρεῦ ον θέ μα. Σᾶς ἔ σω σαν οἱ συμ μο ρί ες τῶν
χρι στια νῶν, για τί εἶ χε πέ σει σὲ τέ λεια πα ρα κμὴ ὁ Ἑλ λη νι σμὸς (ποὺ τὸν εἶ χαν ἀγ κα λιά σει
θερ μὰ οἱ Ρω μαῖ οι αὐ το κρά το ρες, ἀν τι γρά φον τας τὸ Ἑλ λη νι κὸ Ἀλ φά βη το, τὴν Ἰ α τρι κή,
τὴν Ποί η ση, τὸ Δί και ο, τὰ Μα θη μα τι κά, τὴν Ἀ στρο νο μί α τῶν Ἑλ λή νων – καὶ αὐ τὸ εἶ ναι
ἡ ἀ πό δει ξη τῆς με γά λης πα ρα κμῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ!).
Ὁ τι δή πο τε ἄλ λο ἰ σχυ ρι σθοῦν κάποιοι εἶναι ἀν τιι στο ρι κὸ καὶ πε ρι θω ρια κό, εἶ ναι ρατσι
σμός, φα σι σμὸς καὶ «ἀν τι ση μι τι σμός». Ἐ μεῖς θὰ τοὺς ἀ να θε μα τί ζου με λαμ βά νον τας
καὶ ἐ πι πλέ ον μέ τρα. Δη λα δὴ πε ρι ο δεῖ ες καὶ ἐκ δη λώ σεις ἐ πὶ τοῦ θέ μα τος μὲ βα ρύ γδου πους
κα θη γη τές-ἱ στο ρι κούς. Γι’ αὐ τὸ ὁ Καρ γά κος σή κω σε τὰ μα νί κια καὶ ἀ πει λεῖ νὰ ρί ξῃ τὸν
λί θον τοῦ ἀ να θέ μα τος, λί γο δι στά ζει, γιὰ νὰ μὴν τοῦ γε μί σουν τὸ κε φά λι κα ρούμ πα λα, καὶ
χω ρι στή κα με σὲ ὁ μά δες. Οἱ μι σοὶ θὰ πε τρο βο λή σου με πρῶ τα τοὺς «κολ λη τούς μας», γιὰ
νὰ τοὺς ξε φορ τω θοῦ με ἡ ρωι κά. Οἱ ἄλ λοι μι σοὶ θὰ πε τρο βο λή σου με ὅ ποι ο δέν δρο κά νει
καρ πούς, αὐ τὸ μᾶς ἐν δι α φέ ρει, δὲν θὰ θί ξου με ἄλ λα πε ρι ο δι κὰ ποὺ συμ πο ρεύ ον ται μὲ
τὸ τε ρα τούρ γη μα τοῦ Ἰ ου δαι ο-χρι στι α νι σμοῦ καὶ ἀ πο λαμ βά νουν τὴν κρα ται ὰν σκέ πην
τοῦ Κυ ρί ου μας. Φτει ά ξα με καὶ Κόμ μα πρὸς κά λυ ψιν τῶν ὀ πι σθί ων μας, ποὺ τε λευ ταῖ α
θυ μί ζουν τὸ Μέ γα Σπή λαι ον, καὶ σύν το μα θὰ ἐκ κο λά ψου με εὐ ρω βου λευ τὲς μὲ χρι στι α νικὲς
ἀ ξί ες, ἀ φοῦ «Ἑλ λὰς ἴ σον Ὀρ θο δο ξί α».
Τὸ πλοῖ ο τοῦ Ἑλ λη νο-χρι στι α νι σμοῦ μὲ μού τσους τοὺς νεοφανεῖς χριστιανοαριστεριστὲς
ἑλ λα δεμ πό ρους βου λιά ζει, καὶ ἀ πο φά σι σαν νὰ πλέουν μὲ τὶς ση μαῖ ες ξε δι πλω μέ νες, μή πως
πα ρα σύ ρουν καὶ κα νέ ναν ἄλ λον στὸν πά το. Ὁ Ρι σε λι ὲ στὸ πα ρα σκή νιο θυ μί ζει ἠ θο ποι ὸ
θε ά τρου, ποὺ πε ρι μέ νει μα ταί ως στὸ σκο τά δι νὰ κλη θῇ ἀ πὸ τὸ ποί μνιο-κοι νὸ γιὰ λί γο
χει ρο κρό τη μα, ἐ πι δο τού με νο κι αὐ τό. Ἡ ξαφ νι κὴ πα ρά κρου σή τους καὶ τὸ πα ρα λή ρη μα
δεί χνουν ἁ πλᾶ τὸν πα νι κό τους γιὰ τὴν ἄ νο δο τοῦ Ἑλ λη νι σμοῦ καὶ τὸν ἐ περ χό με νο ἐ ξελ ληνι
σμὸ τοῦ Πλα νή τη. Κύ ριοι, δείξ τε γεν ναι ό τη τα, χά σα τε! Κα λὴ κά θο δο καὶ πάν τα τέ τοι α,
νὰ εἶ σθε κα λά, γε λά σα με πά λι, καὶ τὸ γέ λιο μα κραί νει τὴν ζω ή. Ἄλ λη φο ρὰ νὰ πον τά ρε τε
σὲ ἄ λο γο φα βο ρὶ καὶ ὄ χι σὲ ψω ριά ρη μαῦ ρο γάι δα ρο.
Ἀγ γε λι κὴ Ρέ του λα