ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
279ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2005
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η παγκόσμια «Ελλάδα» στην ποίηση του Παλαμά — ΘΑΝΑΣΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Κείμενο φύλλου
ἶ ναι ἑ ξήν τα δύ ο χρό νια ἀ πὸ τό τε ποὺ στὸ σκλη ρὸ κα το χι κὸ χει μῶνα,
στὶς 29 Φλε βά ρη τοῦ 1943, ὁ ἑλ λη νι κὸς λα ὸς σ’ ἕ να ξέ σπα σμα
ἐλεύ θε ρης συ νεί δη σης ἐ να πό θε σε σύσ σω μος στὴν ἀτ τι κὴ γῆ τὸ λείψα
νο τοῦ με γά λου μας βάρ δου, τοῦ ποι η τῆ τοῦ Ἑλ λη νι σμοῦ, τοῦ
Κω στῆ Πα λα μᾶ, θύ ματος κι αὐ τοῦ τῆς πεί νας καὶ τῆς δυ στυ χί ας τῆς σκλα βιᾶς.
Κι ὁ ποι η τὴς τῆς «Ἀ σά λευ της Ζω ῆς» ἔ φυ γε ἀ πὸ τὸν κό σμο κι ἄ φη σε νὰ πλα νιέ
ται στὴ σκέ ψη μας ὁ στί χος του γε μά τος Ἑλ λά δα, στο χα σμὸ ἀλ λὰ καὶ σο φί α.
Για τὶ πράγ μα τι ὁ Πα λα μᾶς δὲν ἦ ταν μό νο ὁ ποι η τὴς τῆς γε μά της Ἑλ λά δα
«Φλο γέ ρας τοῦ Βα σι λιᾶ» ἀλ λὰ καὶ ὁ ποι η τὴς τοῦ «Ἀ σκραί ου» μὲ τὶς παγ κόσμι
ες προ ε κτά σεις του καὶ τοῦ «Δω δε κά λο γου τοῦ Γύ φτου» μὲ τοὺς πα νανθρώ
πι νους συμ βο λι σμούς του καὶ τὸ βα θύ τα το φι λο σο φι κὸ στο χα σμό του.
Ὁ Κω στῆς Πα λα μᾶς δὲν ἀ νῆ κε σὲ κα νέ να φι λο σο φι κὸ σύ στη μα τῆς ἐ πο χῆς του, ὅ μως
σί γου ρα ἡ σκέ ψη του ἀ νῆ κε σὲ σφαῖ ρες φι λο σο φι κοῦ στο χα σμοῦ, ἀ φή νον τας πί σω του
σο φὲς ὑ πο θῆ κες, ποὺ καὶ σή με ρα δι α τη ροῦν ἀ κέ ραι α τὴν ἀ ξί α τους. Δὲν εἶ ναι ὅ λη ἡ Παλα
μι κὴ ποί η ση μὲ φι λο σο φι κὸ νό η μα μέ σα της, ἄ σχε τα ἂν σὲ πολ λὰ ποι ή μα τά της δι α φαίνε
ται κά ποι α βα θύ τε ρη ἔν νοι α, ποὺ ἀγ γί ζει τὰ φι λο σο φι κὰ μο νο πά τια. Ὅ μως στὶς ἑ νότη
τες «Τὰ Μά τια τῆς Ψυ χῆς μου», «Τά φος» «Βω μοί», «Χαι ρε τι σμοὶ τῆς Ἡ λι ο γέν νη της»,
«Ἀ σά λευ τη ζω ή» καὶ «Δω δε κά λο γος τοῦ Γύ φτου» ἡ ἐ ξε λι κτι κὴ φι λο σο φι κὴ δι α νό η ση τοῦ
ποι η τῆ εἶ ναι ὁ λο φά νε ρη μὲ τὴ σει ρὰ πε ρί που ποὺ ἀ να φέρ θη καν οἱ ἑ νό τη τες.
Εἶ ναι πε ρισ σό τε ρο ἀ πὸ σί γου ρο ὅ τι ὁ φι λο σο φι κὸς στί χος τοῦ Πα λα μᾶ δὲν ἦ ταν προ ϊὸν
προ η γού με νης δι ερ γα σί ας καὶ σκέ ψης. Ὁ ἴ διος στὸν πρό λο γο τοῦ «Δω δε κά λο γου» μὲ
ἡ με ρο μη νί α 21 τοῦ Νο έμ βρη 1906 ἀ να φέ ρει τὰ πιὸ κά τω : «...Τί πο τα δὲν δι ά λε ξα. Ὁ ποιη
τὴς δὲν δι α λέ γει, πυ ρώ νε ται καὶ πά ει μπρο στά... Μὰ ἡ ψυ χή μου εἶ ναι πο λυ πρό σω πη,
κι ἂν ἴ σως καὶ στο χά ζε ται μο να χι κή, τὸν κό σμο κλεῖ στὸ λο γι σμό της. Χί λι ες οἱ ἀ γά πες
της». Γιὰ νὰ συ νε χί σῃ πιὸ πέ ρα: «Κι ὕ στε ρα, ὅ σο ξε τυ λι γό ταν τοῦ τρα γου διοῦ ἡ κλω στή,
ἔ βλε πα πὼς ἡ καρ διά μου εἶ ναι γε μά τη ἀ πὸ νοῦ, πὼς τὰ καρ δι ο χτύ πια της εἶ ναι ἀ πὸ
ἰ δέ α...» Γιὰ νὰ το νί σῃ λί γο ὕ στε ρα πὼς γρά φει ἥ συ χα καὶ κα νο νι κὰ καὶ προ σπα θεῖ μὲ τὴν
ὁ ποι α δή πο τε τέ χνη του νὰ ξε κα θα ρί σῃ τὰ ὅ σα βλέ πει σὰν ὄ νει ρο. «Πρό φα ση καὶ ἀ φορ μὴ
τὸν ηὕ ρα τὸ γύ φτο», συ νε χί ζει στὸν πρό λο γό του, «γιὰ νὰ ξε χύ σω μὲ κεῖ νο, μέ σα σ’ ἕ να
τύ πο ται ρια στὸ μὲ τὴ ψυ χή μου, τὶς λα χτά ρες μου τὶς δι α νο η τι κές. Γιὰ νὰ ξα να πῶ κι ἐ γὼ