ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
280ΜΑΙΟΣ 2005
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η «ψυχή». Προσέγγιση μέσω της Βιολογίας και της νέας φυσικής επιστήμης. — ΘΑΝΑΣΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Κείμενο φύλλου
Προ σέγ γι ση μέ σῳ τῆς Βι ο λο γί ας
καὶ τῆς νέας φυ σι κῆς ἐ πι στή μης
σο οἱ ἐ πι στῆ μες προ χω ροῦν –καὶ φαί νε ται ὅ τι σή με ρα προ χω ροῦν
μὲ ἰ λιγ γι ώ δεις ρυθ μούς–, ἀ πο κα λύ πτουν τὴν πε ρί τε χνη ὀρ γά νω ση
καὶ τὴν ἐ ξαι ρε τι κὴ ὡ ραι ό τη τα τοῦ Σύμ παν τος, ἀλ λὰ ὅ σο ἡ γνώ ση
αὐ ξά νει, τό σο πολ λα πλα σι ά ζον ται τὰ ἐ ρω τή μα τα καὶ οἱ ἀ πο ρί ες.
Ἐ πει δὴ λοι πὸν ἡ με λέ τη τοῦ Σύμ παν τος κά τω ἀ πὸ τὸ φῶς τῶν ση με ρι νῶν
γνώ σε ων ὁ δη γεῖ σὲ ἀ να πό φευ κτα ἀ δι έ ξο δα, ἂς γί νῃ δε κτὴ ἡ γνώ μη τοῦ φυ σικοῦ
Paul Davis, ποὺ λέ ει ὅ τι «ἡ φύ ση εἶ ναι προ ϊ ὸν τῆς δι κῆς της τε χνο λο γί ας
καὶ τὸ Σύμ παν εἶ ναι νοῦς: ἕ να αὐ το πα ρα τη ρού με νο καὶ αὐ το ορ γα νού με νο
σύ στη μα, μέ σα στὸ ὁ ποῖ ο ἡ δι κή μας δι ά νοι α θὰ μπο ροῦ σε νὰ θε ω ρη θῇ το πικὴ
νη σί δα συ νεί δη σης σὲ μί α θά λασ σα νό η σης», κά τι ποὺ δὲν ἀ πέ χει πο λύ,
ἐν νοι ο λο γι κὰ του λά χι στον, ἀ πὸ τὴ ρή ση τοῦ Ἡ ρά κλει του: «Οὐκ ἐ μοῦ ἀλ λὰ
τοῦ λό γου ἀ κού σαν τας ὁ μο λο γεῖν σο φόν ἐ στιν ἕν πάν τα εἶ ναι».
Ἀ κό μη ἀ πὸ τὴν βα θειὰ ἀρ χαι ό τη τα, τό τε ποὺ ὁ ἄν θρω πος ἄρ χι σε λί γο-λί γο νὰ ξεφεύ
γῃ ἀ πὸ τὴ στε νὴ τε λε ο νο μι κὴ ἀν τί λη ψη, φά νη καν πνεύ μα τα ἀ νοι χτά, ποὺ κα τώρθω
σαν νὰ ἰ δοῦν ἄλ λες σφαῖ ρες. Ξε κι νῶν τας ἀ πὸ τοὺς ἀρ χαί ους φι λο σό φους, αὐ τοὺς
τοὺς ἐ ξέ χον τες σμι λευ τὲς τοῦ πνεύ μα τος, ποὺ ἡ πα ρου σί α τους ἀ πὸ δύ ο χι λιά δες χρόνια
σφρά γι σε τὶς ση με ρι νές μας γνώ σεις, θὰ ἀ να κα λύ ψου με μί α ἀλ λη λου χί α σκέ ψε ων,
ποὺ καὶ σή με ρα ἀ κό μη δὲν ἔ χει ξε πε ρα στῆ.
Ἡ Ψυχὴ καὶ ἡ Φύσις-Σύμπαν
να λύ ον τας κα νεὶς βα θύ τε ρα τὴν Ὀρ φι κὴ Φι λο σο φί α μέ νει κα τά πλη κτος
ἀ πὸ τὶς γνώ σεις ποὺ εἶ χαν, χω ρὶς τὸ πεί ρα μα, χω ρὶς τὴ δυ να τό τη τα τῆς σημε
ρι νῆς πα ρα τή ρη σης μὲ τὰ τε χνι κὰ μέ σα ποὺ ὑ πάρ χουν (ἢ μή πως τὰ εἶ χαν
καὶ αὐ τὰ κά ποι α ἐ πο χὴ ποὺ δὲν τὴ ξέ ρου με;), μὲ μό νη τὴ δύ να μη τῆς σκέψης
καὶ τῆς ἁ πλῆς πα ρα τή ρη σης τῶν φαι νο μέ νων. Ἆ ρα γε εἶ ναι ἱ κα νὴ ἡ δύ να μη αὐ τὴ
νὰ φτά σῃ σὲ τέ τοι α βά θη σο φί ας, ἂν δὲν προ ϋ πῆρ χε τὸ «κά τι»; Ὁ Ὀρ φι κὸς Ὕ μνος
στὴν Φύ ση δὲν εἶ ναι ἁ πλᾶ ἕ νας δο ξα στι κὸς ὕ μνος στὴ μη τέ ρα φύ ση, ἀλ λὰ εἶ ναι ἡ ἔκφρα
ση μιᾶς βα θειᾶς γνώ σης, ποὺ σή με ρα ἀ κό μη μό λις τὴν ἀ νι χνεύ ου με.
«Ὦ Φύ σι, παμ μή τει ρα θε ά, πο λυ μή χα νε, μῆ τερ,
οὐ ρα νί η, πρέ σβει ρα, πο λύ κτι τε δαῖ μον, ἄ νασ σα,
παν δά μα τορ, ἀ δά μα στε, κυ βερ νή τει ρα, πα ναυ γές,