ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

280ΜΑΙΟΣ 2005

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 18706 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
79 ἀπό 97
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Παρακαλώ, μου δανείζετε την «κάρα» σας; — ΚΙΟΥΛΑΦΑ, ΜΑΡΩ
    ἀρχή: σελ. 18706 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 280

Κείμενο φύλλου

ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΜΟΥ ΔΑΝΕΙΖΕΤΕ ΤΗΝ «ΚΑΡΑ» ΣΑΣ; «Βρέ, μπὰς καὶ δὲν φταῖνε οἱ νταβατζῆδες»; Ἔτσι ἀναρωτήθηκα μπροστὰ στὴν λατρεμένη πεθερά μου, τὴν ὥρα ποὺ ἔτρωγε τὴν ταραμοσαλάτα καὶ ἐπετίθετο μὲ βουλιμία στὰ μακαρόνια μὲ τὴν σὼς ναπολιτέν. – Ἄνοιξες πάλι τὸ βρωμόστομά σου; ρώτησε κεραυνοβολῶντας με ἄγρια. – Εἶδα ὄνειρο. Ἕνα πολὺ παράξενο ὄνειρο, μὰ ἦταν σὰν νὰ τὸ εἶχα ξαναδεῖ, τόσο οἰκεῖο μοῦ φάνηκε. – Ἄχ, φοβᾶμαι νὰ ρωτήσω τί ὄνειρο εἶδες, μὴ μὲ κολάσῃς πάλι! ὡμολόγησε, σοκαρισμένη ἐκ τῶν προτέρων, ἡ θεοσεβούμενη πεθερά. – Ποῦ λές, εἶδα πὼς στὴν γειτονιά μου δύο ἱερεῖς μαλώνανε. Τὰ ράσα τους ἀνέμιζαν καὶ οἱ χειρονομίες τους δὲν ἦσαν καὶ τόσο ἱερές, λόγῳ τοῦ ἔντονου διαλόγου τους. Ὁ ἕνας διαμαρτυρόταν πὼς δὲν τὰ βγάζει πέρα (οἰκονομικά;) καὶ ὁ ἄλλος σήκωνε τοὺς ὤμους μὲ ἀδιαφορία! “Δὲν εἶσαι ἔξυπνος!” φώναζε ὁ πρῶτος. “Τί θὲς νὰ κάνω;” ρωτοῦσε ὁ δεύτερος. “Ἕνα τηλεφώνημα”, ἔδινε τὴ λύση ὁ πρῶτος λαλήσας. Καὶ πράγματι ὁ δεύτερος ἔτρεχε στὸ πρόχειρο γραφειάκι του μέσα στὸν ὑπὸ κατασκευὴ ἱερὸ ναὸ τοῦ “ἁγίου Σουλπικίου” (ἂς ποῦμε), ποὺ ὅμως εἶχε τελευταίας τεχνολογίας κλιματιστικὰ (σᾶς θυμίζει κάτι;), ἄδραχνε μὲ βιάση τὸ ἀκουστικὸ τοῦ τηλεφώνου καὶ σχημάτιζε τὸν ἀριθμὸ σὲ κάποιο νησὶ τοῦ ἀνατολικοῦ Αἰγαίου (Λέσβο, ἂς ὑποθέσουμε). “Ἅγιε πατέρα, τὴν εὐλογία σας. Σᾶς παρακαλῶ, εὐαρεστηθῆτε νὰ μοῦ δανείσετε γιὰ λίγο τὴν "κάρα" σας. Κάποια μερεμέτια θέλω νὰ κάνω στὸ "μαγαζί" μου, καὶ μοῦ λείπουν μερικὰ ψιλά. Ἔχω καλὴ πελατεία, ἀλλὰ τὸ μαγαζὶ χρειάζεται λίγο σενιάρισμα. Ἄ… εὐχαριστῶ γιὰ τὴν κατανόηση, πάτερ, καὶ ἀσπάζομαι τὴν δεξιά σας!”. – Καὶ πράγματι, μητερούλα, στὸ ὄνειρό μου, ἐστάλη ἡ «θαυματουργὴ κάρα» καὶ ἄρχισαν τὰ πλήθη νὰ συρρέουν κατὰ ἀγέλες, καταβάλλοντας τὸ ἀντίτιμο στὴν τιμὴ ποὺ τοὺς ἔγινε, νὰ ἔλθῃ δηλαδὴ ἡ κάρα νὰ τοὺς δῇ. Καὶ ἕνας λεβεντόγερος (τόσο λεβεντόγερος, ποὺ καὶ τὸν γιό σου θὰ ἀπατοῦσα γιὰ χάρη του) εἶδε τὸ συγκεντρωμένο πλῆθος (ἢ ἐξαρτώμενο ὄχλο), καὶ πρὸς μεγάλη μου ἔκπληξη τὸν ἄκουσα νὰ ἀναφέρῃ μία ρήση τοῦ (ἀφωρισμένου) Καζαντζάκη μὲ τρανταχτὴ φωνή, κουνῶντας ὅμως μὲ ἀπογοήτευση (γιατί ἆραγε;) τὸ κεφάλι του: “Μεγάλη πραμάτεια ὁ θεός, τελειωμὸ δὲν ἔχει!”. Ἐκεῖ ξύπνησα, μητερούλα”». Ἡ μητερούλα, μὲ ὕφος σαράντα καρδιναλίων καὶ μὲ ἀπαξία πρὸς τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν βλακεία μου, σήκωσε τὰ πάμπολλα κιλά της, πῆρε ἀγκαζὲ τὰ ἀρθριτικά, τὴν χοληστερίνη, τὶς ἀσήκωτες πέτρες τῆς χολῆς, τὴν ἀκράτειά της, φόρεσε τὸ μοναδικὸ καλὸ ταγιεράκι ποὺ φοράει τὶς Κυριακές, ἔβαλε στὴν τσάντα τὸν ὀβολόν της ἀπὸ τὴν πενιχρὴ ἀγροτικὴ σύνταξη (τοῦ ΟΓΑ) ποὺ παίρνει καὶ ἔφυγε ὄχι πρὸς ἄγνωστη κατεύθυνση, ἀλλὰ γιὰ νὰ προσκυνήσῃ μία θαυματουργὴ κάρα, ἢ κάποια ζώνη, ἢ κάποιο χέρι ἢ πόδι ἑνὸς ὁσίου, ἁγίου, θὰ σᾶς γελάσω. Μητερούλα, δὲν ὑπάρχουν νταβατζῆδες χωρὶς πόρνες, δὲν θρέφονται οἱ λύκοι χωρὶς πρόβατα, δὲν ὑπάρχουν ἔξυπνοι ἢ πονηροὶ χωρὶς βλάκες ἢ ἀφελεῖς, δὲν ὑπάρχουν ἀφέντες χωρὶς δούλους! Κατάλαβες; Καληνύχτα, μητερούλα. Μάρω Κιουλάφα Υ.Γ.: Τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα τῆς χιουμοριστικῆς μας ἱστορίας δὲν εἶναι φανταστικά, ὅπως καὶ ὁ τόπος διεξαγωγῆς. Ὁ ὑπὸ ἀνέγερση ἱερὸς ναὸς εἶναι τοῦ ἁγίου Νικήτα στὶς Σέρρες, καὶ ἡ κάρα εἶναι τοῦ ἁγίου Ραφαήλ, ποὺ ἦλθε ἀπὸ τὴν Μυτιλήνη.
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →