ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

37ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1985

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 1870 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
31 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο μύθος ενός μύθου: "Η Γυφτοπούλα" — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
    ἀρχή: σελ. 1870 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 37

Κείμενο φύλλου

Σ. ΠΑΝΑΓΟΣ Ὃ μῦθος ἑνὸς μύθου: «Ἡ Γυφτοπούλα» ̓Ασφαλῶς θὰ ὑπέφερε ἡ «Γυφτοπούλα» μας μέσα στὸ ξενικό, ἀλλὰ καὶ γεμᾶτο φθόνο, δογματισμό, συνωμοτισμὸ καὶ βαρβαρότητα περιβάλλον τοῦ «γυφτομαχαλᾶ» --ὅπου ὁ πατέρας της τὴν ἐμπιστεύτηκε μυστικό στὸν «Πρωτόγυφτο» γιό νὼ τὴ μεγαλώση, μακριὰ ἀπ ̓ τὴ μοχθηρία τῶν ἐπίβουλων καὶ δολερῶν ἐχθρῶν της--- ἄν βέβαια ἦταν μιὰ κοινὴ θνητή, σὰν ὅλους μας. Ἢ «Γυφτοπούλα» μας, ὅμως, ἦταν ἁδαιμονόπλαστη», νεραϊδογεννημένη, καὶ στὶς φλέβες της ἔτρεχε μόνο «ἰχώρ», ὅπως καὶ στοὺς μάκαρες θεοὺς τοῦ ̓Ολύμπου. “Ὅσοι τὴ γνώρισαν εἶχαν νὰ λέν, πὼς ἦταν αὐτο-. γέννητη καὶ τὴ συσχέτιζαν μὲ τὸ μυθικὸ ἐκεῖνο, πουλὶ ποὺ σύμφωνα μὲ κάποιο γνωστὸ μύθο, ἀναγεννιέται ἀπ ̓ τὴ τέφρα του κάθε πεντακόσια χρόνια ἀκριβῶς. Σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση, «ἡ Γυφτοπούλα» δὲν γεννήθηκε σὰν τ ̓ ἄλλα τὰ παιδιά. μὰ ξεπετάχτηκε μέσ ̓ ἀπ ̓ τὸ κεφάλι τοῦ Πλήθωνα --κατὰ μίμηση τῆς ̓Αθηνᾶς--, ἀφοῦ χρόνια πολλὰ ἐκυοφορεῖτο «ἐν τῇ ψυχῆ του ὡς λύχνος καιόμενος», καθορίζοντας συγχρόνως ἀποφασιστικὰ τὴν πνευματικὴ μοίρα τοῦ Πλήθωνα γιατὶ ἡ «Γυφτοπούλα» εἶναι ἰδέα καὶ μύθος, κι οἱ ἰδέες ζοῦν μέσα μας σὰν πνευματικὴ μοίρα μας, ἀφοῦ ἀποτελοῦν συστατικὰ στοιχεῖα τοῦ συνειδησιακοῦ μας μηχανισμοῦ, τὸν ὁποῖο πυροδοτοῦν καὶ κατευθύνουν ὁλόισια στὸν πραγματικό μας στόχο, ἐνῶ ταυτόχρονα ζητοῦν ἀναγνώριση κι ἐξωτερίκευση. Τούτη εἶναι ἡ ἀρχαϊκὴ ἀντίληψη τῶν προγόνων μας()), καὶ «ἄν θέλουμε νὰ νοιώσουμε πὼς γινήκαμε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, πρέπει νὰ μάθουμε νὰ βλέπουμε τὰ πράγματα ἀπ ̓ τὴ σκοπιὰ τῶν μακρινῶν μας προγόνων» (2. Ἡ «Γυφτοπούλα» μας, λοιπόν, εἶδε τὸ φῶς ἤ μᾶλλον τὸ σκότος τοῦ κόσμου μας, γιατὶ γεννήθηκε νύχτα --βλέπετε τὸ πνεῦμα κι οἱ ἰδέες ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια μόνο τὴ νύχτα κυκλοφοροῦν, ἀφοῦ δώσει τὸ σύνθημα ἡ κουκουβάγια τῆς ̓Αθηνᾶς, χτυπώντας τὰ φτερά της--, μιὰ νύχτα τοῦ ἔτους αυκζ στὴ Ρόδο, ὅπου ὁ φιλόσοφος τὴν παρουσίασε πανευτυχἠὴς στοὺς πνευματικὰ συγγενεῖς του. Ἔχουν νὰ λένε γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῆς κόρης, ποὺ τὴ βραδιὰ ἐκείνη ἄστραφτε ὅλο φῶς, κάλλος καὶ καλοσύνη: στὸ πρόσωπό της ἀκτινοβολοῦσε ἡ ἠθικοπνευματικὴ αὐτάρκεια, αὐτοδυναμία κι ἐλευθερία, ἐνῶ τὸ γεωμετρικὸ σῶμα της ἀντικατόπτριζε τὴν ἰδέα τῆς Δικαιοσύνης. Εὐδαιμονικός, ἀλλὰ κι ἔμπλεως ἐνθουσιασμοῦ καὶ μαν(τ)ίας ὁ Πλήθωνας τὴν εἶχε στολίσει μ ̓ ἄπειρα χρυσὰ ἐλάσματα, νομίσματα καὶ στολίδια, στὰ ὁποῖα φάνταζε ἡ μορφὴ τῆς Ἑλληνίδος Πολιτείας, κι ἦταν γραμμένοι ὅλοι οἱ Νόμοι, τοὺς ὁποίους εἶχε συγκομίσει, σκάπτοντας ἀκούραστα πότε «ἔνδον» (2) καὶ πότε στὰ «γεγραμμένα» τῆς Μινωικῆς, τῆς Σπαρτιατικῆς καὶ τῆς Πλατωνικῆς σοφίας), Βέβαια, τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ δογματισμοῦ παρακολουθοῦσαν ἀδιάκοπα τὶς κινήσεις τοῦ φιλόσοφου καὶ γνώριζαν τὸ πνευματικό του ἄντρο, πράγμα ποὺ δὲν ̓ἀγνοοῦσε ὁ Πλήθωνας, ἀφοῦ τὸν τοποθετοῦν ---κι ὄχι ἄδικα-- στὸ ἐπίπεδο τοῦ ̓Οδυσσέα καὶ τοῦ Θεμιστοκλῆ, ποὺ ̓χαν, ὡς γνωστόν, κάνει πράξη τὸν ὁμηρικὸ λόγο «οἶδε νοῆσαι ἅμα πρόσω καὶ ὀπίσσω». “Οταν, λοιπόν, κάποτε ἐπέδραμαν οἱ ἱππότες ἐναντίον τοῦ ἄντρου του, ὁ φιλόσοφος βρισκόταν ἤδη στὰ βουνά... ̓Αφοῦ ἔτρεξε ἀρκετὸ δρόμο καὶ ζύγισε τὴν κατάσταση, ὁ φιλόσοφος κουράότηκε κι ἔκρινε ὀρθότερο ν ̓ ἀπαλλαγῆ ἀπ ̓ τὸ βάρος τῶν συγγραμμάτων του, καὶ ἄλλων βιβλίων πιθανόν, κρύπτοντάς τα σὲ κάποιο σπήλαιο, ποὺ βρισκόταν σ ̓ ἀπάτητο βάραθρο, μὲ σκοπὸ νὰ τ ̓ ἀναζητήση, ὅταν ὁ χρόνος θὰ τὸ ἐπέτρεπε. Ὃ Βράγγης, ὅμως, δὲν κάτεχε ἀπὸ δαῦτα” βλέπετε ἦταν βοσκός, «ἀεί παῖς»[δ θάλεγε ὁ Πλάτωνας, χωρὶς καμμιὰ πεῖρα καὶ πονηρία, ὅσον ἀφορᾶ τὶς πολιτικοθρησκευτικὲς ραδιουργίες καὶ ἴντριγγες. Εἶδε ὁ δύσμοιρος τὸν Πλήθωνα «νύκτιον» νὰ ρίπτῃ στὸ βάραθρο ἕνα δέμα, ποὺ «τῷ ἐφάνη ἔμψυχον», καὶ τὸν πέρασε γιὰ «ἐξαποδῶ»... «δὲν τῷ ἐφάνη ἐκ τοῦ κόσμου»! Πέρασε δύσκολες ὧρες, καταβεβλημένος ἀπ ̓ τὸ μεταφυσικὸ φόβο --φυσικὸ ἐπακόλουθο τῆς πρόληψης καὶ δεισιδαιμονίας ποὺ τοῦ ̓χε ἐνσταλάξει ὁ δογματισμός, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀμορφωσιᾶς του. Εἶχε ὅμως καὶ τὸ δίκιο του, γιατὶ αὐτὸ ποὺ Τοῦ συνέβη ήταν ἀσυνήθιστο ̓ τέτοιες ὧρες μόνο αἰγο-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →