ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
281ΙΟΥΝΙΟΣ 2005
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Διαστρέβλωσαν τον ορισμό του Αριστοτέλη για την κωμωδία! — ΚΑΡΜΙΡΑΝΤΖΟΣ, ΚΩΣΤΗΣ
Κείμενο φύλλου
« Ἕ να γέ λιο θὰ σᾶς πνί ξῃ.» («Graffiti» Ἐ ξαρ χεί ων)
ὑ πο ψί α ξε φύ τρω σε στὸ γυ μνά σιο. Οἱ φι λό λο γοί μας ἐκ στα σι ά ζονταν
μὲ τὸν Πλά τω να καὶ τὸν Ἀ ρι στο τέ λη καὶ μό νο –τὸ ἴ διο συμβαί
νει καὶ τώ ρα καὶ παν τοῦ. Οἱ «ἀρ χαῖ οι ἡ μῶν πρό γο νοι» ἦσαν
ἡ δό ξα μας! Ἀλ λὰ γιὰ μέ να τρο με ρὰ λί γοι στὸν ἀ ριθ μό, ἰ δί ως οἱ
φι λό σο φοι. Οἱ κα θη γη τὲς ψέλ λι ζαν καὶ κά ποι α (λί γα) ὀ νό μα τα· Θα λῆς, Ζήνων,
Δη μό κρι τος (τὸν θαύ μα ζαν γιὰ τὰ «ἄ το μά» του· τί πο τε ἄλ λο!). Κά ποι ους
λα ϊ κοὺς θυ μό σο φους (Δι ο γέ νη, Αἴ σω πο) τοὺς ἀ νέ φε ραν σὰν πε ρί ερ γα ὄν τα.
Τὸν Σω κρά τη τὸν «σο φὸν τοῦ δή μου» (= λα οῦ), τὸν θε ω ροῦ σαν (καὶ τώ ρα)
ἁ πλῶς πρω τα γω νι στὴ τῶν δι α λό γων τοῦ Πλά τω να! Καὶ οἱ ξέ νοι τὸν ἔ κα ναν
αὐ θαί ρε τα ὁ ρό ση μο(!;) τῶν φι λο σό φων· «Προ σω κρα τι κοί» (Diels) ὅ πως λ.χ.
«προ πο λε μι κοί».
Καὶ ἡ ὑ πο ψί α με γά λω σε, ὅ ταν ἔ φη βος ἄ κου σα γιὰ κά ποι ον Ἡρά κλει το, κά ποι ον Ἡ σί οδο.
Ὅ ταν οἱ θε ο λό γοι προ στέ θη καν στοὺς φι λό λο γους, γιὰ νὰ μᾶς ἀ πο τε λει ώ σουν μὲ τοὺς
«δι α βο λι κοὺς ἡ δο νι στές» Ἕλ λη νες, τὸν Ἐ πί κου ρο κ.ἄ. καὶ τοὺς «φρι κτοὺς ἄ θε ους» Θε όδω
ρο κ.τ.λ. Καὶ ἡ ὑ πο ψί α ἐ πι βε βαι ώ θη κε, ὅ ταν, ἄν δρας πιά, βε βαι ώ θη κα ὅ τι οἱ σο φι στὲς
δὲν ἐ πι νο οῦ σαν «ἁ πλῶς λο γι σμοὺς ἐ ξα πά τη σης». Ὁ πό τε ἔ μα θα τὴν ὕ παρ ξη ἑ κα τον τά δων
ὑ πέ ρο χων φι λο σό φων, παν τε λῶς ἀ γνώ στων στὸν κοι νὸ Ἕλ λη να...
Ποι ά ἡ ὑ πο ψί α; Ὅ τι κά τι μᾶς κρύ βουν ἐ πι με λῶς. Οἱ δι κοί μας λέ νε νὰ εἴ μα στε ὑ περή
φα νοι γιὰ τοὺς «προ γό νους» καὶ οἱ ξέ νοι νὰ τοὺς θαυ μά ζου με. Καὶ τσι μου διὰ γιὰ τὸν
μο να δι κό, ἀ σύλ λη πτο, ἀ πέ ραν το Ἑλ λη νι κὸ Πο λι τι σμό, ἔ στω αὐ τὸν ποὺ ἀ πέ μει νε.
Ç ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ. Πῶς θὰ τὸν μά θου με, ἂν ὄ χι ἀ πὸ τὰ εὑ ρή μα τα (Ἀρ χαι ο λο γί α, Παλαι
ον το λο γί α) καὶ τὴν Γραμ μα τεί α (βι βλί α, ἐ πι γρα φές); Ἂς ἀ φή σου με τὴν Ἀρ χαι ο λο γί α,
ποὺ ὅπως ἡ Ἱ στο ρί α (πα ρὰ τὶς φι λό τι μες προ σπά θει ες τῶν ἀ να σκα φέ ων), μπλεγ μέ νη σὲ
ἰ δε ο λο γή μα τα (Φοι νι κι σμός/Κά θο δος Δω ρι έ ων/Ἰν δο ευ ρω παῖ οι), βγά ζει συμ πε ρά σμα τα
ἀ τυ χῆ ἕ ως ὕ πο πτα.
Ἡ Γραμ μα τεί α φαί νε ται ἀ με ρό λη πτη, ἄ ψο γη. Οἱ πα πυ ρο λό γοι ὄν τως «βγά ζου νε τὰ μάτια
τους» νὰ ξε δι α λύ νουν/συμ πλη ρώ σουν τὰ φθαρ μέ να γρα πτὰ χω ρὶς «δι ορ θώ σεις». Ἀλ λὰ
ποι ά γρα πτά; Ἀ πὸ τὰ ἐ λά χι στα ποὺ ἀ πό μει ναν (ἴ σως τὸ 0,1%) μπο ροῦ με νὰ νοι ώ σου με