ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
37ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1985
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο μύθος ενός μύθου: "Η Γυφτοπούλα" — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Σ. ΠΑΝΑΓΟΣ
Ὃ μῦθος ἑνὸς μύθου: «Ἡ Γυφτοπούλα»
᾿Ασφαλῶς θὰ ὑπέφερε ἡ «Γυφτοπούλα»
μας μέσα στὸ ξενικό, ἀλλὰ καὶ γεμᾶτο
φθόνο, δογματισμό, συνωμοτισμὸ καὶ βαρ-
βαρότητα περιβάλλον τοῦ «γυφτομαχαλᾶ»
--ὅπου ὁ πατέρας της τὴν ἐμπιστεύτηκε
μυστικό στὸν «Πρωτόγυφτο» γιό νὼ τὴ µε-
γαλώση, μακριὰ ἀπ᾽ τὴ μοχθηρία τῶν ἐπί-
βουλων καὶ δολερῶν ἐχθρῶν της--- ἄν βέ-
βαια ἦταν μιὰ κοινὴ θνητή, σὰν ὅλους µας.
Ἢ «Γυφτοπούλα» µας, ὅμως, ἦταν ἁδαι-
μονόπλαστη», νεραϊδογεννημένη, καὶ στὶς
φλέβες της ἔτρεχε µόνο «ἰχώρ», ὅπως καὶ
στοὺς μάκαρες θεοὺς τοῦ ᾽Ολύμπου. “Ὅσοι
τὴ γνώρισαν εἶχαν νὰ λέν, πὼς ἦταν αὐτο-.
γέννητη καὶ τὴ συσχέτιζαν μὲ τὸ μυθικὸ ἐ-
κεῖνο, πουλὶ ποὺ σύμφωνα μὲ κάποιο γνω-
στὸ μύθο, ἀναγεννιέται ἀπ᾽ τὴ τέφρα του
κάθε πεντακόσια χρόνια ἀκριβῶς.
Σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση, «ἡ Γυφτοπού-
λα» δὲν γεννήθηκε σὰν τ᾽ ἄλλα τὰ παιδιά.
μὰ ξεπετάχτηκε μέσ᾽ ἀπ᾿ τὸ κεφάλι τοῦ
Πλήθωνα --κατὰ µίµηση τῆς ᾿Αθηνᾶς--,
ἀφοῦ χρόνια πολλὰ ἐκυοφορεῖτο «ἐν τῇ ψυ-
χῆ του ὡς λύχνος καιόμενος», καθορίζον-
τας συγχρόνως ἀποφασιστικὰ τὴν πνευµα-
τικὴ μοίρα τοῦ Πλήθωνα γιατὶ ἡ «Γυφτο-
πούλα» εἶναι ἰδέα καὶ μύθος, κι οἱ ἰδέες
ζοῦν μέσα µας σὰν πνευματικὴ μοίρα μας,
ἀφοῦ ἀποτελοῦν συστατικὰ στοιχεῖα τοῦ
συνειδησιακοῦ μας μηχανισμοῦ, τὸν ὁποῖο
πυροδοτοῦν καὶ κατευθύνουν ὁλόισια στὸν
πραγµατικό µας στόχο, ἐνῶ ταυτόχρονα
ζητοῦν ἀναγνώριση κι ἐξωτερίκευση. Τού-
τη εἶναι ἡ ἀρχαϊκὴ ἀντίληψη τῶν προγόνων
µας()), καὶ «ἄν θέλουμε νὰ νοιώσουµε πὼς
γινήκαµε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, πρέπει νὰ μά-
θουµε νὰ βλέπουμε τὰ πράγματα ἀπ᾿ τὴ σκο-
πιὰ τῶν μακρινῶν µας προγόνων» (2.
Ἡ «Γυφτοπούλα» µας, λοιπόν, εἶδε τὸ
φῶς ἤ μᾶλλον τὸ σκότος τοῦ κόσμου µας,
γιατὶ γεννήθηκε νύχτα --βλέπετε τὸ πνεῦ-
μα κι οἱ ἰδέες ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια µόνο
τὴ νύχτα κυκλοφοροῦν, ἀφοῦ δώσει τὸ
σύνθημα ἡ κουκουβάγια τῆς ᾿Αθηνᾶς, χτυ-
πώντας τὰ φτερά της--, μιὰ νύχτα τοῦ ἔ-
τους αυκζ στὴ Ρόδο, ὅπου ὁ φιλόσοφος
τὴν παρουσίασε πανευτυχἠὴς στοὺς πνευµα-
τικὰ συγγενεῖς του. Ἔχουν νὰ λένε γιὰ τὴν
ὀμορφιὰ τῆς κόρης, ποὺ τὴ βραδιὰ ἐκείνη
ἄστραφτε ὅλο φῶς, κάλλος καὶ καλοσύνη:
στὸ πρόσωπό της ἀκτινοβολοῦσε ἡ ἠθικο-
πνευματικὴ αὐτάρκεια, αὐτοδυναμία κι ἐ-
λευθερία, ἐνῶ τὸ γεωμετρικὸ σῶμα της ἀν-
τικατόπτριζε τὴν ἰδέα τῆς Δικαιοσύνης.
Εὐδαιμονικός, ἀλλὰ κι ἔμπλεως ἐνθουσια-
σμοῦ καὶ µαν(τ)ίας ὁ Πλήθωνας τὴν εἶχε
στολίσει μ᾽ ἄπειρα χρυσὰ ἐλάσματα, νομί-
σματα καὶ στολίδια, στὰ ὁποῖα φάνταζε ἡ
μορφὴ τῆς Ἑλληνίδος Πολιτείας, κι ἦταν
γραμμένοι ὅλοι οἱ Νόμοι, τοὺς ὁποίους εἶχε
συγκομίσει, σκάπτοντας ἀκούραστα πό-
τε «ἔνδον» (2) καὶ πότε στὰ «γεγραμμένα»
τῆς Μινωικῆς, τῆς Σπαρτιατικῆς καὶ τῆς
Πλατωνικῆς σοφίας),
Βέβαια, τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ
δογματισμοῦ παρακολουθοῦσαν ἀδιάκοπα
τὶς κινήσεις τοῦ φιλόσοφου καὶ γνώριζαν
τὸ πνευματικό του ἄντρο, πράγμα ποὺ δὲν
᾿ἀγνοοῦσε ὁ Πλήθωνας, ἀφοῦ τὸν τοποθε-
τοῦν ---κι ὄχι ἄδικα-- στὸ ἐπίπεδο τοῦ ᾽Ο-
δυσσέα καὶ τοῦ Θεμιστοκλῆ, ποὺ ᾽χαν, ὡς
γνωστόν, κάνει πράξη τὸν ὁμηρικὸ λόγο
«οἶδε νοῆσαι ἅμα πρόσω καὶ ὀπίσσω». “Ο-
ταν, λοιπόν, κάποτε ἐπέδραμαν οἱ ἱππότες
ἐναντίον τοῦ ἄντρου του, ὁ φιλόσοφος βρι-
σκόταν ἤδη στὰ βουνά...
᾿Αφοῦ ἔτρεξε ἀρκετὸ δρόμο καὶ ζύγισε
τὴν κατάσταση, ὁ φιλόσοφος κουράότηκε
κι ἔκρινε ὀρθότερο ν᾿ ἀπαλλαγῆ ἀπ᾽ τὸ βά-
ρος τῶν συγγραμμάτων του, καὶ ἄλλων βι-
βλίων πιθανόν, κρύπτοντάς τα σὲ κάποιο
σπήλαιο, ποὺ βρισκόταν σ᾽ ἀπάτητο βάρα-
θρο, μὲ σκοπὸ νὰ τ᾽ ἀναζητήση, ὅταν ὁ
χρόνος θὰ τὸ ἐπέτρεπε.
Ὃ Βράγγης, ὅμως, δὲν κάτεχε ἀπὸ
δαῦτα” βλέπετε ἦταν βοσκός, «ἀεί παῖς»[δ
θάλεγε ὁ Πλάτωνας, χωρὶς καμμιὰ πεῖρα
καὶ πονηρία, ὅσον ἀφορᾶ τὶς πολιτικο-
θρησκευτικὲς ραδιουργίες καὶ ἴντριγγες.
Εἶδε ὁ δύσμοιρος τὸν Πλήθωνα «νύκτιον»
νὰ ρίπτῃ στὸ βάραθρο ἕνα δέμα, ποὺ «τῷ ἐ-
φάνη ἔμψυχον», καὶ τὸν πέρασε γιὰ «ἐξα-
ποδῶ»... «δὲν τῷ ἐφάνη ἐκ τοῦ κόσμου»!
Πέρασε δύσκολες ὧρες, καταβεβλημένος
ἀπ᾽ τὸ μεταφυσικὸ φόβο --ϕυσικὸ ἐπακό-
λουθο τῆς πρόληψης καὶ δεισιδαιμονίας
ποὺ τοῦ ᾽χε ἐνσταλάξει ὁ δογματισμός, ἀλ-
λὰ καὶ τῆς ἀμορφωσιᾶς του. Εἶχε ὅμως καὶ
τὸ δίκιο του, γιατὶ αὐτὸ ποὺ Τοῦ συνέβη ή-
ταν ἀσυνήθιστο᾽ τέτοιες ὧρες μόνο αἰγο-