ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
282ΙΟΥΛ. - ΑΥΓ. 2005
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο νόμος του 1833 για τη ρύθμιση του εκκλησιαστικού — ΦΛΕΚΚΑΣ, ΣΩΤΗΡΗΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
τὸ βιβλίο «Ἡ Ἀληθινὴ Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας» τοῦ Κώστα Ἀπέκα,
Ἀθήνα 1933, μελετᾶται καὶ ἐξετάζεται ἡ δράση τῆς Ὀρθοδόξου
Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ 1821 ὥς τὸ 1853. Πρόκειται γιὰ ἐμπε-
ριστατωμένη ἔρευνα, στηριζόμενη σὲ πληθώρα πηγῶν καὶ ντοκου-
μέντων, ποὺ ἐπεκτείνονται στὴν βυζαντινὴ περίοδο ἀλλὰ καὶ στὰ χρόνια τῆς
Ἐπαναστάσεως (1821-1827). Ἐμεῖς ἐδῶ θὰ περιοριστοῦμε στὴ σταχυολόγηση
ἀπὸ τὸ ἐν λόγῳ βιβλίο ὡρισμένων στοιχείων, ποὺ ἀφοροῦν στὴν πρώτη «συ-
νολική» διευθέτηση τοῦ «Ἐκκλησιαστικοῦ Ζητήματος» ἀπὸ τὸ Νεοελληνικὸ
Κράτος, διευθέτηση ποὺ σήμερα θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι πολὺ χρήσιμη γιὰ τὴν
ἀντιμετώπιση τοῦ ἰδίου «ζητήματος», πού, ὅπως φαίνεται, ἀποτελεῖ «χρονία
πάθηση» τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ.
Στὸ Ὑπουργικὸ Συμβούλιο τῆς 17ης τοῦ Ἀπρίλη τοῦ 1833 μὲ πρωθυπουργὸ καὶ ὑπουργὸ
τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸν Σ. Τρικούπη καὶ συνεργάτη του τὸν Θεόκλητο Φαρμακίδη, ἀπο-
φασίστηκε νὰ ὑπαχθοῦν οἱ ὥς τότε ἀσύδοτοι μητροπολίτες σὲ ἀρχὴ κεντρικὴ καὶ συγκρο-
τήθηκε εἰδικὴ ἐπιτροπή, γιὰ νὰ εἰσηγηθῇ τὴ λύση τοῦ «Ἐκκλησιαστικοῦ Ζητήματος». Κατὰ
τὴ συνεδρίαση τῆς 25ης Ἀπριλίου 1833 πάρθηκε ἀπόφαση μὲ τὴν ὁποία χαρακτηρίστηκαν
«ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα ἐθνικά» καὶ ὡρίστηκε ὅτι «ἡ διαχείρησις αὐτῶν ἀνατίθε-
ται εἰς τὴν Κυβέρνησιν» (σ. 45).
Ἡ ἐπιτροπή, στὶς 2 Μαΐου τοῦ 1833 ὑπέβαλε σχέδιο «Ἐκκλησιαστικοῦ Συντάγματος»
ἢ κανονισμοῦ γιὰ τὴ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀμέσως ψηφίστηκε καὶ ἔγινε Νόμος
τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε προτείνει «ὡς πρῶτο μέτρο στὴν Κυβέρνηση τὴν ὑποταγὴ
τῆς Ἐκκλησίας στὴν πολιτικὴ ἐξουσία» καὶ τόνιζε ὅτι κάθε σκέψη γιὰ διατήρηση τῆς
ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας «ἀποτελεῖ δημόσιο κίνδυνο» (σ. 53): «Γνωμοδοτήσαντες
ὁμοφώνως περὶ τῆς τελείας ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ πάσης ἄλ-
λης Ἐκκλησίας εὔλογον κρίνομεν καὶ περὶ τῆς κυριαρχίας τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας ἐπὶ
τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐκρίναμεν πρᾶγμα πάντῃ ἀσύμφορον καὶ ἐπικίνδυνον εἰς τὴν
κοινωνίαν διὰ πολλοὺς καὶ ἰσχυροὺς λόγους τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς
κοσμικῆς ἀρχῆς» (σ. 53).
Καὶ συνεχίζει ἡ ἔκθεση πρὸς τὴν Κυβέρνηση: «Ἂν ποτε ἤθελεν ἀπειλεῖσθαι ἡ ἡσυχία καὶ
ἡ ἀσφάλεια τῆς Ἐπικρατείας διὰ τῶν περὶ τὰ δόγματα ζητημάτων, δὲν ἠμπορεῖ νὰ μένῃ
ἀδιάφορος ἡ κοσμικὴ ἐξουσία...» (σ. 54). Ὅπως σημειώνει ὁ συγγραφέας στὴ σ. 54: «Ἡ Κυ-
βέρνηση, τῆς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Τρικούπης, υἱοθέτησε πλήρως τὶς
γνῶμες τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὶς διετύπωσε ὡς Νόμους τοῦ Κράτους.» Γιὰ κάθε ἐγκύκλιο ποὺ