ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

283ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2005

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 18926 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
3 ἀπό 105
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Μια μεγάλη ιστορική ευκαιρία: Η πνευματική απελευθέρωση του Έλληνα από τον βυζαντινισμό — ΛΑΜΠΡΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
    ἀρχή: σελ. 18926 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 283

Κείμενο φύλλου

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ: Ç ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΙΣΜΟ «Δαυ λός», ὅ πως αὐ τα πό δει κτα προ κύ πτει ἀ πὸ τὴν ἐ λευ θε ρί α καὶ ἀ νε ξαρ τησί α τοῦ λό γου ποὺ ἀρ θρώ νει, δὲν εἶ χε πο τὲ καμ μί α σχέ ση, συ νάρ τη ση, πολλῷ μᾶλ λον ἐ ξάρ τη ση ἀ πὸ καμ μιὰ κυ βέρ νη ση, κόμ μα, ὀρ γά νω ση ἢ οἱ α δή ποτε ἄλ λη ἑ στί α δυ νά με ως, ἐγ χώ ρια ἢ ξέ νη. Γιὰ τὸν λό γον αὐ τὸ οὐ δέ πο τε «ἐπι κοι νώ νη σε» κα τ’ ἰ δί αν ἢ μέ σῳ τοῦ δη μό σιου λό γου του, γιὰ νὰ «δι α λε χθῇ» μὲ κα ταστά σεις ἢ πρό σω πα τῆς Ἐ ξου σί ας «προ τεί νον τας», εἰ ση γού με νος ἢ ἀ παι τῶν τας «συμμε το χή» τῶν ἀ πό ψε ών του στὶς δι α δι κα σί ες λή ψε ως ἀ πο φά σε ων, πε ρι ο ρι ζό με νος αὐστη ρὰ στὸ ἔρ γο τοῦ δι α φω τι σμοῦ, μὲ τὴν δι α τύ πω ση πο ρι σμά των πάν το τε στη ρι ζο μένων στέ ρε α στὴν πραγ μα τι κό τη τα (τὴν ἀ λη θι νὴ ἱ στο ρι κὴ κυ ρί ως πραγ μα τι κό τη τα) καὶ ἀ πο φεύ γον τας συ στη μα τι κὰ τὴν δι α μόρ φω ση ἰ δε ο λο γη μά των, δη λα δὴ αὐ θαί ρετων καὶ με τέ ω ρων θέ σε ων, μὴ συ ναρ τώ με νων πρὸς τὰ δε δο μέ να –ἄ ρα ὑ πη ρε του σῶν σκο πι μό τη τες καὶ μό νο. Σή με ρα θὰ πα ρα βοῦ με τὴν ἀρ χή μας αὐ τή, ποὺ μὲ τό ση συ νέ πεια (καὶ μὲ ἀ νά λο γο ψυχι κὸ καὶ ὑ λι κὸ κό στος...) τη ρή σα με τό σα χρό νια. Ὁ λό γος τῆς ἀ θέ τη σης αὐ τῆς εἶ ναι ἕνα ἀ ξι ο πρό σε κτο γε γο νός: Ὁ ὑ πουρ γὸς Πο λι τι σμοῦ καὶ πρω θυ πουρ γὸς κ. Κώ στας Καρα μαν λῆς, ἐ κτὸς τοῦ ὅ τι μὲ τὴν προ τί μη σή του νὰ ἀ να λά βῃ ὁ ἴ διος τὸ Ὑ πουρ γεῖ ο Πολι τι σμοῦ ὑ πο δη λοῖ ἔμ με σα τὴν πε ποί θη σή του ὅ τι ὁ Ἑλ λη νι κὸς Πο λι τι σμὸς ἀ πο τε λεῖ τε ρά στια πο λι τι κὴ ἀ ξί α, ση μαν τι κώ τε ρη π.χ. ἀ πὸ τὴν Οἰ κο νο μί α, τὴν Ἐ ξω τε ρι κὴ Πο λιτι κή, ἀ κό μη καὶ τὴν Ἄ μυ να, τώ ρα τε λευ ταῖ α δη λώ νει δη μο σίᾳ συ χνὰ ὅ τι «ἐ πι θυ μεῖ ἡ Ἑλ λά δα νὰ γί νῃ χώ ρα πα ρα γω γῆς γνώ σης καὶ πο λι τι σμοῦ, ἀλ λὰ αὐ τὸ ἀ κό μη δὲν τὸ ἔ χο με πε τύ χει». Προ φα νῶς καὶ ἡ ἐ πι θυ μί α του αὐ τὴ εἶ ναι εἰ λι κρι νής, ἀλ λὰ καὶ ἡ δι απί στω ση τῆς ἀ πο τυ χί ας μας εἶ ναι ἐξ ἴ σου πραγ μα τι κὴ καὶ ἀ λη θι νή. Τί θε ται ἕ να ἐ ρώ τη μα: Ποι ός εἶ ναι ὁ λό γος γιὰ τὸν ὁ ποῖ ο, ἐ νῷ ὑ πάρ χει ἡ πο λι τι κὴ βού λη ση τῆς κο ρυ φῆς τῆς Πο λι τεί ας –καί, προ σθέ το με ἐ μεῖς, ὑ πάρ χει ταυ τό χρο να ἡ ἱ στο ρι κὴ βε βαι ό τη τα ὅ τι ὁ Ἑλ λη νι σμὸς εἶ ναι τὸ ἔ θνος ποὺ τὸ πα ρελ θόν του ἀ ποδει κνύ ει ὅ τι αὐ τὸ μπο ρεῖ καὶ πα ρά γει ὁ λό κλη ρη τὴν παγ κό σμια γνώ ση κι ὁ λό κληρο τὸν παγ κό σμιο πο λι τι σμό–, ποι ός εἶ ναι ὁ λό γος, λέ ω, ποὺ «ἀ κό μη δὲν ἔ χου με πετύ χει νὰ γί νω με χώ ρα πα ρα γω γῆς γνώ σης καὶ πο λι τι σμοῦ»; * * * ς μᾶς ἐ πι τρα πῇ νὰ συμ βά λω με στὴν ἀ πάν τη ση τοῦ ἱστορικοῦ αὐ τοῦ πα ρα δόξου-ἐ ρω τη μα τι κοῦ στη ρι ζό με νοι στὸ δι καί ω μά μας, ποὺ ἀ πορ ρέ ει ἀ πὸ τὸ γεγο νὸς ὅ τι ἐ πὶ 1/4 αἰ ῶ νος ἀ σχο λού με θα ἀ πο κλει στι κὰ μὲ τὴν ἔ ρευ να τῶν αἰτι ῶν, ποὺ ὁ Ἑλ λη νι σμὸς ἀ πὸ μο να δι κὴ πνευ μα τι κὴ μή τρα ἐ πι στη μο νι κῆς καὶ πο λι τι σμι κῆς δη μι ουρ γί ας (Ἐ πι στῆ μες, Μα θη μα τι κά, Τέ χνες, Θε ω ρί α, Θέ α τρο, Ἀ θλητι σμὸς κ.λπ., κ.λπ.) «στέ ρε ψε» ξαφ νι κά, καὶ ἀπὸ τὴ στιγ μὴ αὐ τὴ τῆς αἰφ νί διας «στείρω σής» του δὲν πα ρή γα γε πιὰ τί πο τε ἀ πο λύ τως, ποὺ νὰ ἀ πο τε λέ σῃ πο λι τι στι κὸ ἅλ μα στὴν ἱ στο ρί α τῆς ἀν θρω πό τη τας καὶ δι α χρο νι κὴ παγ κό σμια ἀ ξί α, ὅ πως ἦ ταν τὰ προα να φερ θέν τα ἐ πι τεύγ μα τά του. Ποι ά ἦ ταν ἡ ἀ πο φρά δα γιὰ ὁ λό κλη ρη τὴν ἀν θρω πό τητα Ἱ στο ρι κὴ Στιγ μή, κα τὰ τὴν ὁ ποί α χά θη κε ἡ κι νη τή ρια δύ να μη (ἡ Ἑλλάδα) τῆς ἐ ξελί ξε ως τοῦ ἀν θρώ που ἀ πὸ τὴν κα τά στα ση ἐν στι κτώ δους ζῴ ου στὸ ἐ πί πε δο τοῦ ἔλ λογου ὄν τος; Ἁ πλῆ θε ώ ρη ση τοῦ ἀ λη θι νοῦ πα ρελ θόν τος δὲν ἀ φή νει καμ μιὰ ἀμ φι βο λί α:
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →