ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

283ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2005

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 18974 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
51 ἀπό 105
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο Σικελιανός του χθές στο σήμερα: «η Ελλάδα στέρεο έδαφος των λαών» — ΘΑΝΑΣΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 18974 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 283

Κείμενο φύλλου

Ï ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ: «Ç ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΕΡΕΟ ΕΔΑΦΟΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ» ταν ὁ Ἄγ γε λος Σι κε λια νὸς ὀ γδόν τα σχε δὸν χρό νια πρὶν συνέ λα βε καὶ προ σπά θη σε νὰ πραγ μα το ποι ή σῃ τὸ ὄ νει ρο τῶν σύγ χρο νων Δελ φῶν, οἱ πε ρισ σό τε ροι τὸν εἶ παν ὀ νει ρο πό λο, ἀ σε βῆ ἀ κό μη καὶ ἀ λα φρο ΐ σκι ω το. Εἶ ναι ἡ μοῖ ρα τῶν με γά λων πνευ μά των, ποὺ προ η γοῦν ται πο λὺ τῆς ἐ πο χῆς τους , νὰ μὴ μπο ροῦν οἱ σύγ χρο νοί τους νὰ τοὺς κα τα λά βουν. Ὁ ἴ διος ση μει ώ νει : «Ὁ πιὸ με γάλος κίν δυ νος γιὰ κά θε ἀ νώ τε ρη δη μι ουρ γι κὴ προ σπά θεια ἦ ταν πάν τα ὁ κίν δυ νος νὰ κα λυ φθοῦν μὲ κά ποι ο τρό πο τὰ βα θύ τε ρα πνευ μα τι κά της κί νη τρα ἀ πὸ τὰ πρῶ τα ἐ πί πε δα μιᾶς ἐ ξω τε ρι κῆς της το πο θέ τη σης καὶ ἐ φαρ μο γῆς.» Μὲ ἄλ λα λό για ἔβλε πε τὴν κα τάρ ρευ ση τῆς πνευ μα τι κό τη τας τῶν λα ῶν, προέβλε πε ἔ στω καὶ ἀ χνὰ τὴ θύ ελ λα ποὺ ἐρ χό ταν –καὶ ἀ κό μα ἀρ νού μα στε νὰ τὴν πιστέ ψου με– καὶ ἀ γω νι οῦ σε. Εἶ χε ἴ σως ἀ πὸ τό τε ἀν τι λη φθῆ τὸν ἐ περ χό με νο πνευμα τι κὸ με σαί ω να, τὸ με σαί ω να τοῦ «Με γά λου Ἀ δελ φοῦ». Ἔ βλε πε νὰ χά νε ται τὸ πνευ μα τι κὸ ρό δο, ἔ βλε πε τὸν ἑλ λη νι κὸ λα ὸ καὶ δι αι σθα νό ταν πὼς γιὰ τὸ λα ὸ αὐ τὸ εἶ χε ση μά νει ἡ κρί σι μη ὥ ρα, γι’ αὐ τὸ καὶ γρά φει: «Ἡ ἐ πὶ τό σους αἰ ῶ νες ἔκ πτω σή του ἀ πὸ κά θε φω τει νὸ ση μεῖ ο ἀ νώ τε ρης ἐ ξω τε ρί κευ σής του ἢ δη λώνει τὸν ἀ νε πα νόρ θω το ἐκ φυ λι σμό του ἤ τὴ μέ σα ἀ πὸ τὴ μα κρι νὴν ἱ στο ρι κή του βά σα νο βαθ μια ία δη μι ουρ γί α μιᾶς ἀ τμό σφαι ρας ἱ κα νῆς νὰ ἐγ κυ μο νή σῃ καὶ νὰ πα ρα γά γῃ, μὲ τὴν ὥ ρα ἢ ἀ προσ δό κη τα, μιὰ ἀ νώ τε ρη ἅ μιλ λα ἀ ξι ῶν.» Πί στευ ε ὅ μως, κι ἂν ζοῦ σε θὰ ἐ ξα κο λου θοῦ σε νὰ τὸ πι στεύ ῃ ὅ πως καὶ σή με ρα ὑ πάρ χουν με ρι κοὶ ρο μαν τι κοὶ ποὺ θέ λουν νὰ πι στεύ ουν, πὼς ὁ λα ὸς αὐ τὸς δὲ χάθη κε. Πί στευ ε ἀ κό μη, ὅ πως θε ω ροῦν καὶ σή με ρα ἴ σως πε ρισ σό τε ροι ἀ π’ ὅ σους νο μί ζου με, ὅ τι οἱ πνευ μα τι κὲς ἀ ρε τὲς αὐ τοῦ τοῦ λα οῦ λη θαρ γοῦν «ἐν δυ νά μει» στὴν κλη ρο νο μι κή του οὐ σί α καὶ πε ρι μέ νουν τὴ στιγ μὴ ποὺ θὰ ξε πη δή σουν πάλι, γιὰ νὰ κα ταυ γά σουν μὲ φῶς τὴν παγ κό σμια σκέ ψη. Ἔ γρα φε γιὰ τὴν πε ποί θησή του αὐ τή: «Ὁ ἀ νώ τε ρος αὐ τοῦ τοῦ λα οῦ ἱ στο ρι κός του ψυ χι σμός, κομ μα τιασμέ νος ὅ πως εἶ ναι, σκε πα σμέ νος ἀ πὸ τὸ ὄρ γιο μιᾶς ἄ θλιας πο λι τι κῆς ζω ῆς, δὲν τοὺς ἐμ πνέ ει τὴν φω τει νὴ ἐμ πι στο σύ νη –ἢ ὅ τι αὐ τὸς ὁ λα ὸς κρα τεῖ πνιγ μέ νο κά του ἀ πὸ μί α πί ε ση ἐ ξω τε ρι κὴ ἀ νυ πό φο ρη ἕ ναν πί δα κα ζω τι κό τη τας ἱ ε ρᾶς, ἢ πὼς θὰ μπο ρῇ, ἂν τοῦ δι νό ταν γιὰ τοῦ το ἡ εὐ και ρί α, νὰ δε χτῇ μέ σα ἀ πὸ τὰ βά θη τῆς ζω ι κῆς ὑ πό στα σής του μί αν ἀ νώ τε ρη ἔ νε ση πνευ μα τι κή.» Δὲν ἔ λε γε τί πο τα πε ρισ σό τε ρο ἀ πὸ ἐ κεῖ να ποὺ σή με ρα, ὀκτὼ δε κα ε τί ες ἀρ γότε ρα, ἄλ λοι ψελ λί ζουν κι ἄλ λοι τὰ λέ νε δυ να τό τε ρα γιὰ τὴν δημό σια ζω ὴ τοῦ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →