ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
284ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2005
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- «Σύμπλεγμα Ηλέκτρα»: Η διαστρέβλωση του μύθου από τον Φρόυντ — ΛΥΣΣΑ, ΚΥΡΙΑΚΗ
Κείμενο φύλλου
Ἡ δι α στρέ βλω ση τοῦ μύ θου ἀ πὸ τὸν Φρό υντ
προ σέγ γι ση τοῦ Ἀρ χαί ου Ἑλ λη νι κοῦ Θε ά τρου ἀ πὸ ἀ μύ ητους
ἐμ πε ρι έ χει τὸν κίν δυ νο τῆς δι α στρέ βλω σης καὶ τῆς βε βήλω
σης τοῦ πο λι τι στι κοῦ αὐ τοῦ προ ϊ όν τος συ νι στῶν τας τὴν
«ὕ βριν» (μὲ τὴν ἀρ χαί α ἑλ λη νι κὴ ἔν νοι α). Δι ε ξά γε ται ὅ μως
καὶ μί α ἐ σκεμ μέ νη ἐ πι χεί ρη ση κα τα συ κο φάν τη σης τῶν δη μι ουρ γῶν του,
ἡ ὁ ποί α μπο ρεῖ νὰ χα ρα κτη ρί ζε ται ἐ πι ει κῶς ὡς κα πη λεί α: Ἕ νας τέ τοι ος
ἀρ χαι ο-κά πη λος εἶ ναι ἀ πο δε δειγ μέ να ὁ ψυ χα να λυ τὴς Φρό υντ καὶ οἱ διά
δο χοί του. (Βλ. «Οἰ δι πό δει ο σύμ πλεγ μα: μιὰ ἱ στο ρι κὴ πλα στο γρα φί α.
Πῶς ὁ Φρό υντ δι α στρέ βλω σε τὸν Σο φο κλῆ», «Δ», τ. 282.) Ὁ Φρό υντ
εἶ χε τοὺς λό γους του –πο λι τι στι κούς, πο λι τι κοὺς καὶ θρη σκευ τι κούς– γιὰ
τὴν κα τα σκευ ὴ ἀν θελ λη νι κῆς ὁ ρο λο γί ας τῆς θε ω ρί ας του.
Ἡ ἀ νά γνω ση τοῦ δρά μα τος ἀ να δει κνύ ει καὶ ἀ πο κα θι στᾷ τὸ ἦ θος τῆς «Ἠ λέκτρας»,
τὴν ὁ ποί α τό σο χυ δαῖ α ἐ κμε ταλ λεύ τη κε ὁ Φρο ϋ δι σμὸς μὲ τὸν (βέ βη λο)
ὅρο «Σύμ πλεγ μα Ἠ λέ κτρα».
Ἡ ἀρ χαί α ἑλ λη νι κὴ δρα μα τουρ γί α (καὶ ἡ ποί η ση συ νο λι κώ τε ρα) ἀ πο τε λεῖ ἔκφρα
ση τοῦ κλα σι κοῦ καὶ τῆς γνώ σης, ποὺ ἰ σχύ ει στὸ δι η νε κές. Ἡ κα το χὴ τῆς
ὑ περ χρο νι κῆς γνώ σης τῶν δρα μα τουρ γῶν, ἀλ λὰ καὶ τοῦ Σο φο κλέους εἰ δι κώ τε ρα,
ἐμ πε ρι έ χε ται σὲ δρά μα τα ὅ πως ἡ «Ἀν τι γό νη» του, ἡ «Ἠ λέ κτρα» του καὶ ὄ χι μό νον.
Ἡ συ νεί δη ση τῆς γνώ σης τοῦ ἀ πο λύ του, ποὺ εἶ ναι τὸ δί και ο στὸ δι η νε κὲς (Δί κη,
Θέ μις) καὶ οἱ συ να κό λου θες συμ πε ρι φο ρὲς τῶν ἡ ρώ ων τῆς δρα μα τουρ γί ας μὲ τὴν
ὑ ψί στη ἠ θι κὴ ποι ό τη τα, εἶ ναι αὐ τὴ ποὺ ἔ χει βλη θῆ ἤ δη μὲ τὸ πα ρα μύ θι τοῦ «προ πατο
ρι κοῦ ἁ μαρ τή μα τος» τῶν «πρω το πλά στων», ποὺ ση μα δεύ ει κά θε νε ο γέν νη το.
Αὐ τὸ τὸ ἑ βρα ϊ κῆς κα τα σκευ ῆς πα ρα μύ θι τὸ πλη ρώ νει ὁ «ἄν θρω πος» –καὶ ὄ χι
μό νον τοῖς με τρη τοῖς– πα ρὰ καὶ σὲ ἔν το κες δό σεις, σὲ χρῆ μα καὶ ψυ χή. Ἐ νο χές,
πα ρα λο γι σμὸς καὶ ἀ παν θρω πί α κα τα κλύ ζουν –κα τ’ ἐ ξα κο λού θη ση– τὸ νοῦ, ποὺ
παύ ει δυ στυ χῶς νὰ ὁ ρᾷ κα θα ρὰ καὶ νὰ ἀ κού ῃ, ὅ πως θὰ ’ πρε πε, τὸ θε ό-λό γο, θε όρα
το καὶ στὸ Ἀρ χαῖ ο Ἑλ λη νι κὸ Θέ α τρο (ὅ πως στὸ Σύμ παν), αὐ τὸν ποὺ ὁ Φρό υντ
ἐ πι χεί ρη σε νὰ δι α στρε βλώ σῃ.