ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

285ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2005

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 19164 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
33 ἀπό 97
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. «Τι είναι το Θείον;» Αριστοτέλης: «Η Φύση» — ΘΑΝΑΣΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 19164 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 285

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

«ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΕΙΟΝ;» ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: «Ç ΦΥΣΗ» Ἀριστοτέλης, γεννημένος τὸ 384 π.Χ., βρέθηκε στὴν Ἀθήνα σὲ ἡλικία 17 ἐτῶν, δηλαδὴ τὸ 367 π.Χ., ὡς μαθητὴς στὴν Ἀ- καδημία τοῦ Πλάτωνα. Στὰ 20 χρόνια τῆς παρουσίας του στὸ χῶρο αὐτό, ἀλλὰ καὶ στὴ μετέπειτα διδακτική του πο- ρεία σὲ διάφορες περιοχὲς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀφωσιώθηκε στὴν ἔρευνα καὶ τὴ διδασκαλία. Φαίνεται λοιπόν, ὅτι ἀφωμοίωσε ὅλη τὴ διαθέσιμη γνώση τῆς ἐποχῆς του, πάνω στὴν ὁποία στήριξε ὅλο τὸ δικό του φιλοσοφικὸ οἰκοδόμημα. Ὅμως μέσα στὸ πλῆθος τῶν ἔργων του, στὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὸν ἐλλιπῆ κατάλογο τοῦ Διογένη Λαέρτιου, ἀναφέ- ρονται 142 τίτλοι συγγραφῶν καὶ 158 πραγματεῖες, πουθενὰ δὲν ὑπάρχει τίτλος περὶ θεοῦ ἢ κάτι παρεμφερές. Σύμφωνα μὲ τὴν Ἀριστοτελικὴ σκέψη εἶναι φανερό, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκτηθῇ ἐ- πιστημονικὴ γνώση τῶν πρωταρχικῶν αἰτίων, καὶ φυσικὰ ἡ ἔννοια τῆς ὑπέρτα- Στὴν ἔναντι σελίδα ὁ Ἀριστοτέλης, τὸ πιὸ συστηματικὸ πνεῦμα ποὺ ἀνέδειξε ἡ ἀνθρωπότητα: Ἡ Λογική του («ἀνάλυσις»), ὅπως τὴ διετύπωσε στὰ «Ἀνα- λυτικὰ Πρότερα» καὶ «Ἀναλυτικὰ Ὕστερα», παραμένει πάντοτε ἀπολύτως ἄφθαρτη καὶ εἶναι τὸ μοναδικὸ ἀσφαλὲς «ὄργανο» σκέψεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται κάθε ἐπιστήμη καὶ κάθε τεχνολογία ἕως σήμερα. Ἀμφισβητεῖ τὴν ὕπαρξη τοῦ «θεοῦ» καὶ εἶναι βέβαιος, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως («πρῶτον κινοῦν») βρίσκεται ὁπωσδήποτε μέσα στὸ Σύμπαν. Τὸ Σύμπαν δὲν ἔχει «δημιουργό», ἀλλὰ αὐτογεννιέται καὶ αὐτοκαταστρέφεται. Ἡ ἔννοια τοῦ ἰουδα- ϊκοῦ προσυμπαντικοῦ-ἐξωσυμπαντικοῦ θεοῦ-δημιουργοῦ-κτίστη τοῦ Κόσμου τοῦ εἶναι ἀδιανόητη, ὅπως ἦταν ἀδιανόητη καὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸν προχριστι- ανικὸ Ἑλληνικὸ Κόσμο. Ἡ χριστιανικὴ Θεολογία, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τὸν «ἐξαφάνισε» ἀρχικὰ μαζὶ μὲ ὁλόκληρη τὴν Ἑλληνικὴ Φιλοσοφία, ἀλλὰ τὸν «ἀνακάλυψε», ὅταν ὁ Μεσαίωνας ἔφθασε σὲ ἀδιέξοδο. Ἡ «ἀνακάλυψη» αὐτὴ συνέβαλε στὴν Ἀναγέννηση, ποὺ ἀκολούθησε. Ἀργότερα δέχθηκε πάλι ἐπι- θέσεις, ὅπως θὰ φανῇ στὸ ἑπόμενο τεῦχος μας. Ἡ Λογική του ἀμφισβητεῖται καὶ σήμερα ἀπὸ τοὺς θιασῶτες ἑνὸς νέου Μεσαίωνα. Ἂν ζοῦσε τώρα, οἱ χρι- στιανοὶ ποιμένες θὰ τὸν ἐξώρκιζαν ὡς «δαιμονόπληκτο» (ὁ κ. Χριστόδουλος ὡς «ἰδεομανῆ») καὶ ὁ χριστεπώνυμος ὄχλος θὰ τὸν κατεδίωκε ὡς ἄθεο. Ἡ ἀνθρωπότητα ὅμως δέχεται τὴ Λογική του, διότι, ἂν τὴν ἀπέβαλλε ἀπὸ τὴ ζωὴ, θὰ ὡδηγεῖτο στὴν πεῖνα καὶ τὴν ἐξαθλίωση. (Στὴν εἰκόνα μαρμάρινη προτομὴ τοῦ μεγάλου Σταγειρίτη, ἀντίγραφο ἔργου, ποὺ εἶχε φιλοτεχνηθῆ ἀπὸ σύγχρονο τοῦ Ἀριστοτέλη γλύπτη. Μουσεῖο Ἱστορίας, Βιέννη.)
← καθαρισμένο κείμενο