ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
286ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2005
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η Ρωμιο-χριστιανική και η Ελληνική Τέχνη. Η καταπίεση δια του «Υψηλού» και η ελευθερία δια του Ωραίου — ΚΑΡΜΙΡΑΝΤΖΟΣ, ΚΩΣΤΗΣ
Κείμενο φύλλου
Ἡ ταπείνωση διὰ τοῦ «Ὑ ψη λοῦ»
καὶ ἡ ἀνάταση διὰ τοῦ Ὡ ραί ου
χου με κοι νῶς τὴν ἐν τύ πω ση ὅ τι ἡ Αἰ σθη τι κὴ εἶ ναι ὑ πο κει με νικὴ
(μοῦ ἀ ρέ σει – δὲν μοῦ ἀ ρέ σει) καὶ ἡ ἀ νά λυ σή της δὲν ἀ φορᾷ
στὸν κοι νὸ ἄν θρω πο. Ὅ μως ὁ ὁ ρι σμὸς εἶ ναι: «Αἰ σθη τι κή,
κλά δος τῆς Φι λο σο φί ας μὲ ἀν τι κεί με νο ἔ ρευ νας τὴν καλ λι τεχνι
κὴ ἔκ φρα ση, προσ δι ο ρί ζου σα τὴν οὐ σί α, χα ρα κτῆ ρα καὶ
τὶς σχέ σεις μὲ ἄλ λες (κοι νω νι κές) δρα στη ρι ό τη τες» (Λεξικὸ Τε γό που λου).
Καὶ «...συν δέ ε ται μὲ τὴν Ἱ στο ρί α τοῦ Πο λι τι σμοῦ καὶ ἐ ρευ νᾷ τὰ ψυ χο λο γι κὰ
αἴ τια ποὺ δη μι ουρ γοῦν Τέ χνη» (Λεξικὸ Ἡ λί ου). Ἀ φοῦ λοι πὸν ἀ φο ρᾷ σὲ κοινω
νι κὰ θέ μα τα καὶ τὸν Πο λι τι σμὸ καὶ εἶ ναι Φι λο σο φί α, εἶ ναι δι καί ω μα/ὑ ποχρέ
ω ση τοῦ κοι νοῦ ἀν θρώ που νὰ μι λᾷ γιὰ Τέ χνη, νὰ κρί νῃ αἰ σθη τι κά. Ἂν
βέ βαι α εἶ ναι «πο λί της»-(συν)μέ το χος.
Ï ΠΑΝ. ΜΙΧΕΛΗΣ. Ἡ ἔ ρευ να αὐ τὴ ξε κι νᾷ μὲ βά ση τὶς ἰ δέ ες ἑ νὸς παγ κο σμί ως γνωστοῦ
ἀ να λυ τῆ τῆς Τέ χνης, τοῦ κα θη γη τοῦ Ε.Μ.Π. Παν. Μι χε λῆ (1902-1969). Εἰ δι κεύ ον τας
τὸ πε δί ο ἔ ρευ νας ἐ με λέ τη σα (ξα νά) τὸ βι βλί ο του «Αἰ σθη τι κὴ Θε ώ ρη ση τῆς Βυ ζαν τι νῆς
Τέ χνης»1 καὶ προ σπά θη σα νὰ συμ πλη ρώ σω καί, ὅ που χρει ά ζε ται, νὰ δι ορ θώ σω βά σει
τῶν νε ώ τε ρων ἰ δε ῶν καὶ ἀ να κα λύ ψε ων. Δη λα δὴ τῆς κα τάρ ρευ σης τῶν ἰ δε ο λο γη μά των
τοῦ κα τε στη μέ νου, τῆς ἀ πο κά λυ ψης τοῦ ρό λου ποὺ ἔ παι ξαν στὴν ὀ πι σθο δρό μη ση τῆς
κοι νω νί ας (Με σαί ων) ὁ Ἐ ξου σια σμὸς καὶ οἱ θρη σκεῖ ες (ἰ δί ως ἡ τρι συ πό στα τη Θρη σκεί α
τῆς Ἐ ρή μου).
Ὁ Π. Μι χε λῆς [Π.Μ.], δά σκα λός μου στὸ Πο λυ τε χνεῖ ο, σα φῶς ἐ πη ρε α σμέ νος ἀ πὸ τὸ
κλί μα τῆς δι α νό η σης τοῦ ’30, ἦ ταν θαυ μα στὴς τῆς «βυ ζαν τι νῆς» θρη σκεί ας καὶ τῆς τέ χνης
της, πα ρέ μει νε ὅ μως ἀ με ρό λη πτος καὶ εἰ λι κρι νής. Ἡ πα ρέ α εἶ χε «δα σκά λους» σὰν τὸν
Κόν το γλου ἀλ λὰ καὶ ἐ νερ γὰ μέ λη ὅ πως τοὺς Ἐγ γο νό που λο, Τσα ρού χη, Πι κι ώ νη, Ρί τσο,
παρ’ ὅ λο ποὺ κά ποι οι ξε πα γι δεύ τη καν.
Μέ λος της καὶ ὁ Π.Μ., πα λεύ ει δι χα σμέ νος ἀ νά με σα στὴν Ἑλ λη νι κό τη τα (Ὡ ραῖ ον) καὶ
τὸν Χρι στι α νι σμὸ (Ὑ ψη λόν), στὴν κοι νω νι κό τη τα καὶ τὴ θρη σκευ τι κό τη τα. Λ.χ. ὑ μνολο
γεῖ: «Αὐ τὴ ἡ μα γι κὴ στρο φὴ πρὸς τὰ ἔ σω, ἡ ξαφ νι κὴ ἀ να κά λυ ψη αἰ ω νί ου καὶ ἁγνοῦ
φω τὸς μέ σα στὴ ψυ χή μας... εἶ ναι ἕ να θαῦ μα» (σ. 15)· καὶ «ἡ χρι στι α νι κὴ τέ χνη εἶ ναι
ἐ σω τε ρι κώ τε ρη, πνευ μα τι κώ τε ρη στὴν ἔκ φρα ση τοῦ Ὕ ψους» (σ. 11). Ἀλ λὰ ἀ πο δέ χε ται