ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

286ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2005

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 19235 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
8 ἀπό 105
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η Ρωμιο-χριστιανική και η Ελληνική Τέχνη. Η καταπίεση δια του «Υψηλού» και η ελευθερία δια του Ωραίου — ΚΑΡΜΙΡΑΝΤΖΟΣ, ΚΩΣΤΗΣ
    ἀρχή: σελ. 19235 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 286

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

Ἡ ταπείνωση διὰ τοῦ «Ὑψηλοῦ» καὶ ἡ ἀνάταση διὰ τοῦ Ὡραίου χουμε κοινῶς τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ Αἰσθητικὴ εἶναι ὑποκειμενι- κὴ (μοῦ ἀρέσει – δὲν μοῦ ἀρέσει) καὶ ἡ ἀνάλυσή της δὲν ἀφο- ρᾷ στὸν κοινὸ ἄνθρωπο. Ὅμως ὁ ὁρισμὸς εἶναι: «Αἰσθητική, κλάδος τῆς Φιλοσοφίας μὲ ἀντικείμενο ἔρευνας τὴν καλλιτε- χνικὴ ἔκφραση, προσδιορίζουσα τὴν οὐσία, χαρακτῆρα καὶ τὶς σχέσεις μὲ ἄλλες (κοινωνικές) δραστηριότητες» (Λεξικὸ Τεγόπουλου). Καὶ «...συνδέεται μὲ τὴν Ἱστορία τοῦ Πολιτισμοῦ καὶ ἐρευνᾷ τὰ ψυχολογικὰ αἴτια ποὺ δημιουργοῦν Τέχνη» (Λεξικὸ Ἡλίου). Ἀφοῦ λοιπὸν ἀφορᾷ σὲ κοι- νωνικὰ θέματα καὶ τὸν Πολιτισμὸ καὶ εἶναι Φιλοσοφία, εἶναι δικαίωμα/ὑπο- χρέωση τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου νὰ μιλᾷ γιὰ Τέχνη, νὰ κρίνῃ αἰσθητικά. Ἂν βέβαια εἶναι «πολίτης»-(συν)μέτοχος. Ï ΠΑΝ. ΜΙΧΕΛΗΣ. Ἡ ἔρευνα αὐτὴ ξεκινᾷ μὲ βάση τὶς ἰδέες ἑνὸς παγκοσμίως γνω- στοῦ ἀναλυτῆ τῆς Τέχνης, τοῦ καθηγητοῦ Ε.Μ.Π. Παν. Μιχελῆ (1902-1969). Εἰδικεύοντας τὸ πεδίο ἔρευνας ἐμελέτησα (ξανά) τὸ βιβλίο του «Αἰσθητικὴ Θεώρηση τῆς Βυζαντινῆς Τέχνης»1 καὶ προσπάθησα νὰ συμπληρώσω καί, ὅπου χρειάζεται, νὰ διορθώσω βάσει τῶν νεώτερων ἰδεῶν καὶ ἀνακαλύψεων. Δηλαδὴ τῆς κατάρρευσης τῶν ἰδεολογημάτων τοῦ κατεστημένου, τῆς ἀποκάλυψης τοῦ ρόλου ποὺ ἔπαιξαν στὴν ὀπισθοδρόμηση τῆς κοινωνίας (Μεσαίων) ὁ Ἐξουσιασμὸς καὶ οἱ θρησκεῖες (ἰδίως ἡ τρισυπόστατη Θρησκεία τῆς Ἐρήμου). Ὁ Π. Μιχελῆς [Π.Μ.], δάσκαλός μου στὸ Πολυτεχνεῖο, σαφῶς ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ κλίμα τῆς διανόησης τοῦ ’30, ἦταν θαυμαστὴς τῆς «βυζαντινῆς» θρησκείας καὶ τῆς τέχνης της, παρέμεινε ὅμως ἀμερόληπτος καὶ εἰλικρινής. Ἡ παρέα εἶχε «δασκάλους» σὰν τὸν Κόντογλου ἀλλὰ καὶ ἐνεργὰ μέλη ὅπως τοὺς Ἐγγονόπουλο, Τσαρούχη, Πικιώνη, Ρίτσο, παρ’ ὅλο ποὺ κάποιοι ξεπαγιδεύτηκαν. Μέλος της καὶ ὁ Π.Μ., παλεύει διχασμένος ἀνάμεσα στὴν Ἑλληνικότητα (Ὡραῖον) καὶ τὸν Χριστιανισμὸ (Ὑψηλόν), στὴν κοινωνικότητα καὶ τὴ θρησκευτικότητα. Λ.χ. ὑμνο- λογεῖ: «Αὐτὴ ἡ μαγικὴ στροφὴ πρὸς τὰ ἔσω, ἡ ξαφνικὴ ἀνακάλυψη αἰωνίου καὶ ἁγνοῦ φωτὸς μέσα στὴ ψυχή μας... εἶναι ἕνα θαῦμα» (σ. 15)· καὶ «ἡ χριστιανικὴ τέχνη εἶναι ἐσωτερικώτερη, πνευματικώτερη στὴν ἔκφραση τοῦ Ὕψους» (σ. 11). Ἀλλὰ ἀποδέχεται
← καθαρισμένο κείμενο