ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

287ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2006

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 19391 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
60 ἀπό 105
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ολέθριος Προστάτης. Ο Ιουστινιανός και οι Έλληνες συμβολαιογράφοι — ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Γ.
    ἀρχή: σελ. 19391 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 287

Κείμενο φύλλου

Ὁ Ἰουστινιανὸς καὶ οἱ Ἕλληνες συμβολαιογράφοι τὶς 6, 7 καὶ 8 Ὀ κτω βρί ου 2005 πραγματοποιήθηκε τὸ Ζ΄ Πα νελ λή νιο Συ νέ δριο Συμ βο λαι ο γρά φων μὲ θέ μα «Ὁ συμ βο λαι ο γρά φος στὶς νέ ες οἰ κο νο μι κὲς καὶ κοινω νι κὲς συν θῆ κες». Στὴν ἀ φί σα ποὺ κυ κλο φό ρη σε, χρη σι μο ποι ή θη κε ἡ εἰ κό να τοῦ αὐ το κρά το ρος Ἰ ου στινια νοῦ. Για τί ὅ μως ἐ πε λέ γη ἕνας αὐ το κρά το ρας, ὁ ὁποῖ ος οὐ δέ πο τε ὑ πῆρ ξε νο μι κὸς καὶ ὄ χι ἕ νας Ἕλ λη νας νο μο θέ της ὅ πως ὁ Ζά λευ κος, ὁ Σό λων ἢ ὁ Λυ κοῦρ γος; Ἀ πάν τη ση στὴν ἐ πι λο γὴ τοῦ συγκε κρι μέ νου αὐ το κρά το ρος δί νει τὸ πνεῦ μα τοῦ Χρι στια νοβυζαντινισμοῦ, τὸ ὁ ποῖ ο ἀλ λοί ω σε τὴν ὀρ θὴ ἀν τί λη ψή μας γιὰ τὴν Ἱ στο ρί α, ποὺ θε ω ρεῖ τὸν νέ ο Ἑλ λη νι σμὸ ἀ πό γο νο τοῦ Βυ ζαν τί ου καὶ θέ λει νὰ τὸν ἀ πο κό ψῃ ἀπὸ τὶς ρί ζες του. «Ὁ Βυ ζαν τι νι σμὸς ἀ πέ θα νεν, ὁ δὲ Ἑλ λη νι σμὸς εἶ ναι ἀ θά να τος... ὁ πρῶ τος εἶ ναι (...) θά να τος ἐν τῇ ζω ῇ, ὁ δὲ δεύ τε ρος ἡ ἐν τῷ θα νά τῳ ζω ή. Βυ ζαν τι νι σμὸς ση μαί νει χριστι α νι κὴν ὑ πο κρι σί αν, ὁ δ’ Ἑλ λη νι σμὸς (...) εἶ ναι τὸ ἐν τῇ σκο τί ᾳ λάμ πον φῶς.» Αὐτὰ γρά φει ὁ ἀ πα γο ρευ μέ νος ἀ πὸ τὸ βυ ζαν τι νο-λά γνο κα τε στη μέ νο μας Κων σταν τῖ νος Σά θας στὸν 7ο τό μο τῆς «Με σαι ω νι κῆς Βι βλι ο θή κης», σελ. νβ΄. Ποι ός ὅ μως εἶ ναι ὁ Ἰ ουστι νια νός; Σύμ φω να μὲ τὸν ἱ στο ρι κὸ βι ο γρά φο του Προ κό πιο, στὸ ἔρ γο του «Ἀ πό κρυφη Ἱ στο ρί α», ὁ Πέ τρος Σαβ βά τιος, ποὺ ἀρ γό τε ρα πῆ ρε τὸ ὄ νο μα Flavius Justinianus, «ἦ ταν σὰν νὰ ποῦ με τό σο κα κοῦρ γος ὅ σο καὶ μω ρό πι στος, ὁ τύ πος τοῦ ἀν θρώ που ποὺ λέ γε ται κου το πό νη ρος» (στ΄), «Τὰ ἐγ κλή μα τα τοῦ Ἰ ου στι νια νοῦ εἶ ναι τό σο πολλά, ὥ στε οὔ τε ὁ λό κλη ρη ἡ αἰ ω νι ό τη τα δὲν θὰ ἔ φθα νε γιὰ τὴν ἐ ξι στό ρη σή τους» (κζ΄), «Χω ρὶς κα νέ να δι σταγ μὸ κλό νι ζε ἀ κό μη καὶ τοὺς νό μους, προ κει μέ νου νὰ ἀ πο κτήσῃ χρή μα τα» (κζ΄), «Οὔ τε Θε ὸ λο γά ρια ζε οὔ τε ἱ ε ρεῖς οὔ τε νό μο οὔ τε λα ό» (κζ΄), «ἦταν δι πρό σω πος καὶ ὑ πο κριτής» (κη΄) καὶ κα τέ στρε ψε τὸ σύ στη μα δι και ο σύ νης, ὥστε «μπο ροῦ σε κα νεὶς νὰ δῇ τὰ πε ρισ σό τε ρα δι κα στή ρια ἔ ρη μα καὶ στὴν βα σι λι κὴ Αὐ λὴ πλῆ θος κό σμου νὰ βρί ζε ται καὶ νὰ σπρώ χνε ται μὲ ὅ λη του τὴν δύ να μη καὶ νὰ συμ πε ρι φέ ρε ται συ νε χῶς μὲ κά θε εἴ δους δου λο πρέ πεια» (λ΄).
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →