ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
289ΜΑΡΤΙΟΣ 2006
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ευ-θυμία: Οι Έλληνες και η καλή διάθεση — ΚΑΡΜΙΡΑΝΤΖΟΣ, ΚΩΣΤΗΣ
Κείμενο φύλλου
Οἱ Ἕλ λη νες καὶ ἡ κα λὴ δι ά θε ση
παπ ποῦς μου, λα ϊ κὸς θυ μό σο φος, ἔ λε γε: «Ἕ νας χα ρω πὸς
κά νει δέ κα εὐ τυ χι σμέ νους. Ἕ νας κα κὸς χα λά ει τὴν παρέ
α.» Για τί αὐ τὴ ἡ στά ση τοῦ ἀν θρώ που γιὰ τὸ «μι σο άδει
ο» (ἀν τὶ νὰ βλέ πῃ τὸ πο τή ρι μι σο γε μᾶ το); Τὴν λύ πη
τὴν προ τι μᾷ ἀ πὸ τὴ χα ρά. Ἦ ταν πάν τα ἔ τσι ἢ εἶ ναι ἀ ποτέ
λε σμα τῆς θλί ψης καὶ τοῦ φό βου, ποὺ ἐν στα λά ζουν στὸν νοῦ οἱ θρησκεῖ
ες; Πάν τως τὸ θέ μα ἀ πα σχο λοῦ σε καὶ τοὺς ἀρ χαί ους Ἕλ λη νες, γιὰ
νὰ τὸ ἀ να φέ ρουν οἱ φι λό σο φοι μὲ τό ση συ χνό τη τα.
Ç ΕΝΝΟΙΑ. Πράγ μα τι, γιὰ νὰ ἐκ φρά σουν τὴν «κα λὴ δι ά θε ση», ἐ φεῦ ραν καὶ
χρη σι μο ποι οῦ σαν πολ λὲς δε κά δες λέ ξεις. Ἐν δει κτι κά: χα ρά, ἀ γαλ λί α σις, εὐ τυ χί α,
ἀ πό λαυ σις, ἡ δο νὴ κ.ο.κ. Λέ ξεις ποὺ πα ρα μέ νουν ἀ τό φυ ες ἐ πὶ χι λι ε τί ες μέ χρι καὶ σήμε
ρα. Ἀλ λὰ καὶ πε ρί ερ γες, ὅ πως «γη θέ ω». Καὶ βε βαί ως μὲ τὸ πρόθε
μα εὐ- (εὐ·τυ χί α, εὐ·δαι μο νί α). [Σημ.: Στὰ ἐ λά χι στα ἀ πο μεί ναντα
ἔρ γα τῆς Ἑλ λη νι κῆς Γραμ μα τεί ας (0,1%) οἱ λε κτι κοὶ τύ ποι ποὺ
ἀρ χί ζουν ἀ πὸ εὐ- εἶ ναι πά νω ἀ πὸ μι σὸ ἑ κα τομ μύ ριο! Ἀν τί θε τα ἡ
Ἀγ γλι κὴ Γλῶσ σα δι α θέ τει γιὰ τὴν ἔν νοι α «εὐ θυ μί α» βα σι κὰ μό νο
6 λέ ξεις: joy, gay, pleasure, happy, merry, cheer < χα ρά.]
Ἡ ἔν νοι α «χα ρά» ὑ πάρ χει βέ βαι α σὲ ὅ λους τοὺς λα ούς/πο λι τισμούς.
Ὅ μως ἡ με γά λη ποι κι λό τη τα τῶν ἀ πο χρώ σε ων καὶ ἡ συ νεχὴς
ἀ να φο ρὰ ἀ πὸ τοὺς ἀρ χαί ους Ἕλ λη νες ἦ ταν (ὑ πάρ χει ἀ κό μα
ἐν μέ ρει) ἀ πόρ ροι α τοῦ τρό που ζω ῆς τους. Δὲν τοὺς ἀρ κοῦ σε τὸ
ζῆν. Στό χος τους τὸ εὐ ζῆν («μή τε τοῦ ζῆν μό νον ἕ νε κεν ἀλ λὰ μᾶλλον
τοῦ εὖ ζῆν»: Ἀ ρι στο τέ λης, Πο λι τι κὰ 1280), ποὺ ἐ πή γα ζε ἀ πὸ
τὸ Ἦ θος τῶν Ἑλ λή νων.1
Ç ΕΥΘΥΜΙΑ. Ἡ λέ ξη εἶ ναι σύν θε ση τῶν «εὖ» καὶ «θυ μός»,
ποὺ σή μαι νε «ψυ χή», δι ά θε ση, συν·αι σθη μα τι κὸ κέν τρο, κα τ’ ἐ ξοχὴν
«συν·κί νη σις νο ός» [«συγ κι νή σεις πρὸς θυ μόν» (Κλή μης) καὶ
«συγ κι νή σεις ψυ χι κάς» (ἰα τροὶ Παῦ λος καὶ Ἀ έ τιος)].
Ἡ λέ ξη «εὐ θυ μί α» πρω το α να φέ ρε ται τὴν 3η χι λι ε τί α –τοὐλά
χι στον– σὲ μι νω ϊ κὴ πι να κί δα: tu·mo·te = θυ μῶ δες (εὔ θυ μον),2