ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
290ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2006
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο προβληματισμός ενός μαθητή για την ύπαρξη Θεού — ΜΠΙΡΜΠΙΛΗΣ, ΕΥΘΥΜΙΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
19652
ΔΑΥΛΟΣ/290, Ἀπρίλιος 2006
ἄρα συσχ. μὲ τὸ ὄνομα Σελήνη, καίτοι Σελήνη,
Ἑλένη ἐτυμολογοῦνται ἀπὸ τὸν ὅρον Σέλα-σ-
ος, ἀπ’ ὅπου καὶ τὰ Ἑλένη, Lucia, Φωτεινή, Ἰ-
στανμπούλ, Ἰζμίρ. Σουμελᾶ εἶναι εἰς (ὄρος) Με-
λᾶ, Ἰστανμποὺλ = εἰς (τὴν) Πόλιν, Ἰσμίρ = εἰς
Σμύρνην καὶ εἰς Νικομήδειαν.
Ἡ παρετυμολογία δημιουργεῖ ἀσυγχώρητα
λάθη. Εἶναι γεγονός, ὅτι ὁ Μικρασιατικὸς χῶ-
ρος διατηρεῖ εἰσέτι τὰ ἀρχαῖα τοπωνύμια ἔστω
καὶ παραμορφωμένα, ἐφ’ ὅσον οἱ ἀμαθεῖς Τοῦρ-
κοι ποτὲ δὲν ἐγνώρισαν τὸ κάθε χαρακτηριστι-
κὸν ὅλων τῶν περιοχῶν ποὺ κατέλαβον. Τώ-
ρα ἂν τὴν Ἁλικαρνασσὸν τὴν μετέβαλαν εἰς
Μπουντροὺμ (βλ. Ἱππόδρομος), ἴσως νὰ ἐντυ-
πωσιάσθηκαν ἀπὸ τὰ ἄλογα τὰ ὁποῖα καθ’ ὁ-
δὸν ηὗραν, οἱ ἄλογοι βρῆκαν τὰ ἄλογα.
Μετὰ τιμῆς
Δρ Κίμων Γ. Ἠλιόπουλος
Νέα Σμύρνη
Ὁ προβληματισμὸς ἑνὸς μαθητῆ γιὰ τὴν ὕπαρξη Θεοῦ
Ἀγαπητὲ «Δαυλέ»,
Πρὶν μερικὲς ἡμέρες εἶχα μία συζήτηση μὲ κά-
ποιους συμμαθητές μου τὴν ὥρα τοῦ διαλείμμα-
τος. Καθὼς «φιλοσοφούσαμε», κάποιος μοῦ ἐξέ-
φρασε τὴν βαθειὰ πίστη του στὸν Θεό. Τοῦ ἀ-
πάντησα, πὼς δὲν ἴσχυε κάτι τέτοιο γιὰ μένα,
τοὐλάχιστον ὄχι ἔτσι ὅπως μᾶς παρουσιάζουν
τὴν ἔννοια τοῦ θείου. Ὅταν μοῦ εἶπε, ὅτι ἡ πί-
στη στὸν Θεὸ ἐκφράζεται ἀπὸ πολὺ σπουδαῖα
πρόσωπα, τοῦ ἀπάντησα μὲ ἕναν συλλογισμὸ
ποὺ εἶχα κάνει λίγο καιρὸ πρίν. Τοῦ εἶπα, πὼς
ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάρα πολὺ μικρὸς μπροστὰ
στὴ Γῆ. Καὶ ἡ Γῆ εἶναι ἀσύγκριτα μικρὴ μπρο-
στὰ στὸν Ἥλιο. Μέσα στὸν Γαλαξία μας ὑπάρ-
χουν δισεκατομμύρια ἥλιοι καὶ συνεπῶς τρισε-
κατομμύρια πλανῆτες σὰν τὴν Γῆ. Ἀναλογιστῆ-
τε τώρα, πόσα δισεκατομμύρια γαλαξιῶν ὑπάρ-
χουν στὸ Σύμπαν. Λοιπόν, ὅπως καταλαβαίνου-
με, ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάρα πολὺ ἀσήμαντος,
γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ μιλήσῃ γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ
τὴ μορφὴ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ κατανο-
ήσῃ καλὰ καλὰ τὴν ἀσύλληπτη ἔννοια τοῦ θεί-
ου, ὅπως καὶ ἂν τὸ ἐννοῇ αὐτὸ ὁ καθένας. Τοῦ
εἶπα λοιπόν, πὼς σ’ ἐμένα κανένας ἄνθρωπος
δὲν μπορεῖ νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ κάτι τέτοιο καὶ γι’
αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω πουθενά.
Μὲ ἐκτίμηση
Εὐθύμιος Μπιρμπίλης
Ἅγιος Βασίλειος,
Ναυπακτίας
παρὰ μόνον γραπτή, εἶναι αὐθαίρετη, ἄσχετη μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ ἄδικη
ἀπέναντι στὸ θέμα της. Ὅλες οἱ ἀπόπειρες συγχρόνων Ἑλλήνων νὰ παρουσιάσουν
ἀρχαία Ἑλληνικὴ Μουσική, οἱ ὁποῖες κυκλοφόρησαν σὲ δίσκους, παρουσιάζουν
ἀποτέλεσμα «ἄχρωμο, ἄοσμο καὶ ἄγευστο», ἀναγνωρίσιμο ἀκόμη κι ἀπὸ τὸν ὁποι-
ονδήποτε μὴ εἰδικό.
Κληρονόμος τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Μουσικῆς δὲν εἶναι ἡ μονότονη βυζαντινὴ
ἐκκλησιαστικὴ μουσική, ἀλλὰ τὸ μὲ πλῆθος ρυθμῶν κι ὀργάνων δημοτικὸ τραγού-
δι. Ὅση σχέση ἔχει τὸ «ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου» τοῦ Ἰουδαιοχριστιανισμοῦ μὲ
τὸ «ἀρχὴ βλακείας φόβος θεοῦ» τοῦ Ἐπίκουρου, τόση σχέση ἔχει κι ἡ βυζαντινὴ
ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ μὲ τὴν ἀρχαιοελληνική.
Οἱ ρίζες τοῦ συνόλου τῆς χριστιανικῆς παράδοσης –κι ὄχι μόνον τῆς βυζαντινῆς
μουσικῆς– στὴν Ἰουδαία πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν κι ὄχι στὴν Ἑλλάδα.
Μετὰ τιμῆς
Νεφέλη Διακογιάννη
Καθηγήτρια Μουσικῆς