ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
291ΜΑΙΟΣ 2006
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ένα ζωντανό παράδειγμα της δύναμης του ονόματος — ΓΙΑΝΝΙΩΤΗΣ, ΜΕΛΑΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ρὶν ἀποχωρήσουν τὰ ναζιστικὰ στρατεύματα κατοχῆς ἀπὸ τὴν
Δυτικὴ Μακεδονία, συνέβη τὸ ἑξῆς: Κάπνιζαν ἀκόμη τὰ σπίτια
τῆς παλαιᾶς ἀρχοντικῆς κωμοπόλεως Βλάστης Κοζάνης (ὄνομα
ἐκ τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ ρήματος βλαστέω, ποὺ χρησιμοποιοῦ-
σαν εὐρύτατα ὅλοι οἱ φιλόσοφοι γιὰ θέματα Ἰατρικῆς καὶ Βο-
τανικῆς ἀλλὰ καὶ ὡς ὀνόματα, ὅπως Βλάστη ἐλέγετο ἡ μητέρα τοῦ Ἐπιμενίδη
[ἰδὲ μέγα λεξικὸ Ἀριστείδη Κωνσταντινίδη, «Ἡ Οἰκουμενικὴ διάσταση τῆς
Ἑλληνικῆς Γλώσσας», σελ. 172, Θεσ/νίκη 2001]) ἀπὸ τὸν ἐμπρησμὸ ὑπὸ τῶν
Γερμανῶν καὶ οἱ ἔντρομοι κάτοικοί της εἶχαν καταφύγει στὰ γύρω δάση τοῦ
ὄρους Ἄσκιον (χωρὶς σκιά), στοὺς βόρειους πρόποδες τοῦ ὁποίου κυλᾷ ὁ ζωο-
γόνος παραπόταμος τοῦ Ἁλιάκμονα (ἅλς + ἄκμων) Μύριχος (ὀρθὸ Μύροχος:
χέω μύρο) ἐντὸς ἀληθῶς ὀργιώδους βλάστησης.
Αὐτὸς ὁ πολύυδρος, πολύρρυτος καὶ πολύρροδος παραπόταμος πέραν τῆς πολλα-
πλῆς παροχῆς ὑδρεύσεως καὶ ἀρδεύσεως κινοῦσε κάποτε δι’ εὐφυοῦς ἀξιοποιήσεως
τῆς δυνάμεώς του σὲ λευκὸ ἄνθρακα δώδεκα ὑδρόμυλους, πρὶν διέλθῃ ἤρεμα ἀπὸ τὴν
κοιλάδα τῆς ἀρχαίας καὶ ἄγνωστης ἀρχαιομακεδονικῆς πόλεως Σισανουπόλεως, μετέ-
πειτα βυζαντινοχριστιανικῆς μητροπόλεως Σισανίου (σήμερα Σιατίστης), ὅπου καὶ ὁ
σημερινὸς οἰκισμὸς Σισανίου (ἐκ τοῦ κατὰ Ἡσύχιον σίσανον οἶνον, ἐν ἀντιδιαστολῇ
πρὸς τὸν ὕσσωπον).
Ἰδού, λοιπόν: Ἕνας ἐκ τῶν δώδεκα ὑδρόμυλων, ποὺ προανέφερα, στὸν Μύριχο-
Μύροχο τοπικὸ ποταμό, ἦταν τοῦ παπποῦ μου, ὁ ὁποῖος κάτω ἀπὸ συνθῆκες τρόμου,
κλαυθμῶν καὶ ἀλαλαγμῶν, καπνιζόντων εἰσέτι τῶν ἐρειπίων τῆς Βλάστης, κρυφὰ καὶ
κλεφτὰ ἔθετε σὲ λειτουργία τὸν μύλο, ἄλεθε λίγο καλαμπόκι ποὺ εἶχε κρυμμένο, ἔψηνε
στὸ τζάκι τοῦ μύλου τὴν ζωοσώστρα τότε μπομπότα, τὴν ἐπάλειφε μὲ λίγο μέλι ἀπὸ
τὸ μελισσοκομεῖο του, ποὺ φύλαγε σὲ δοχεῖα θαμμένα στὴ γῆ, καὶ μᾶς τὴν ἔφερνε στὶς
πυκνὲς λυγαριὲς καὶ ἰτιές, τὰ κέδρα καὶ τὶς ὀξυές, ὅπου κρυβόμασταν, γιὰ νὰ μὴ μᾶς
συλλάβουν περίπολοι Γερμανῶν καὶ ἀργυρώνητοι σπιοῦνοι τους.