ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

292ΙΟΥΝΙΟΣ 2006

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 19909 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
58 ἀπό 105
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο Σίδηρος: Από τα βάθη του απώτατου παρελθόντος. Ο κ. Γ. Βαρουφάκης ιστορεί την εξέλιξή του — ΡΕΤΟΥΛΑ, ΑΓΓΕΛΙΚΗ
    ἀρχή: σελ. 19909 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 292

Κείμενο φύλλου

Ὁ κ. Γ. Βα ρου φά κης ἱ στο ρεῖ τὴν ἐξέλιξή του ἀρ χαι ο τά τη ἀ να κά λυ ψη τῆς κα τερ γα σί ας τοῦ σι δή ρου ἀ νήκει στοὺς Ἕλ λη νες («Γλαῦ κος γὰρ Χῖ ος, σι δή ρου κόλ λη σιν εὗ ρεν»), ἀλ λὰ ἀ πο σι ω πᾶ ται ἀ πὸ τὰ βι βλί α τῆς Ἱ στο ρί ας. Ὁ Πλά των (Φαῖ δρος 108 d) ἀ πο κα λεῖ τὴν ἐ πε ξερ γα σί α τοῦ σιδή ρου (τὴν συγ κόλ λη ση) ὡς: τοῦ «Γλαύ κου τέ χνην». Ἀλ λὰ ἡ σπου δαι ό τη τα καὶ ὁ ἀ πο φα σι στι κὸς ρό λος τῶν με τάλ λων στὴν ἐ ξε λι κτικὴ πο ρεί α τοῦ ἀν θρώ πι νου εἴ δους, ἡ κα τερ γα σί α τους ἀ πὸ τοὺς Ἕλ λη νες, ὅ πως γε νι κώ τε ρα καὶ ἡ κα τα λυ τι κὴ ἐ πί δρα ση τῶν Ἑλ λή νων σὲ ὅ λους τοὺς το μεῖς γιὰ τὴν πρό ο δο τῆς ἀν θρω πό τη τας, ἀ πὸ τὴν Ἰ α τρι κὴ τοῦ Ἀ σκλη πιοῦ ἕ ως τὴν Ἀ στρο νο μί α, ἀ να φέ ρον ται σὲ ὅ λα τὰ ἀρ χαῖ α ἑλ λη νι κὰ κεί με να. Κα τὰ κό ρον ἡ κα τερ γα σί α τοῦ σι δή ρου (τὸ δυ σκο λώ τε ρο μέ ταλ λο), πε ριγρά φε ται μὲ με γά λη ἀ κρί βεια: «Λυγ κεύς, πρῶ τος οὗ τος εὗ ρε μέ ταλ λα χρυ σοῦ καὶ σι δή ρου καὶ τῶν ἄλ λων.» Ὁ Λυγκεὺς ὑ πῆρ ξε ἕ νας ἐκ τῶν Ἀρ γο ναυ τῶν: Ἀ ρι στο φά νους, «Πλοῦ τος» 20. «Οὐ δέ μοι αὐ τῇ θυ μὸς ἐ νὶ στή θε σθαι σι δή ρε ος...»: Ὀ δύσ σεια, ρα ψῳ δί α ε 35-37. («... για τὶ δὲν ἔ χω μέ σα στὰ στή θη μου σι δε ρέ νια καὶ ἄ σπλα χνη καρ διά», λέ γει ἡ Κα λυ ψὼ πρὸς τὸν Ὀ δυσ σέ α). «Οὔ τοι ἔ τι δη ρόν γε φί λης ἀ πὸ πα τρί δος αἴ ης ἔσ σε ται, οὐδ’, εἴ πέρ τε σι δή ρια δέ σμα τ’ ἔ χῃ σι»: Ὀ δύσ σεια, ρα ψῳ δί α α, στί χοι 203-204. («Δὲν θὰ μεί νῃ γιὰ πο λὺ μακρυ ὰ ἀ πὸ τὴν ἀ γα πη μέ νη του πα τρί δα ὁ Ὀ δυσ σέ ας, ἀ κό μη καὶ ἂν δε θῇ μὲ σι δε ρέ νια δε σμά.») Μὲ αὐ τὰ τὰ λό για ὁ Μέν της, ὁ βα σι λιᾶς τῶν Τα φί ων, δι α βε βαι ώ νει τὸν Τη λέ μα χο, ὅ τι ὁ Ὀ δυσ σέ ας ζῇ καὶ δὲν θὰ μεί νῃ μα κρυ ὰ ἀ πὸ τὴν πα τρί δα του, ἀ κό μη καὶ ἂν δε θῇ μὲ σι δερέ νια δε σμά, ἐ νῷ ὁ ἴ διος ὁ βα σι λιᾶς ἔ χει προ ο ρι σμὸ τὴν Τε μέ ση, γιὰ νὰ ἀ γο ρά σῃ χαλ κό, δί δον τας ὡς ἀν τάλ λαγ μα «ἀ στρα φτε ρὸ σί δε ρο». (Ὀ δύσ σεια ρα ψῳ δί α α, στί χος 184.)
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →