ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

292ΙΟΥΝΙΟΣ 2006

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 19948 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
97 ἀπό 105
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ασβέστιον η Calcium: Και τα δύο Ελληνικά — ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 19948 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 292

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΑΣΒΕΣΤΙΟΝ ç CALCIUM: ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ρῆμα σβέννυμι ἢ σβεννύω εἶναι ὁμηρικὸ καὶ σημαί- νει σβήνω, καταπνίγω, καθησυχάζω-καταπραΰνω, ἑπομένως τὸ ἐπίθετο ἄσβεστος εἶναι ὁ μὴ σβεσθείς, ὁ ἄσβηστος. Σὰν οὐσιαστικὸ ἄσβεστος, ὑποδηλώνει τὴν «μὴ σβεσθεῖσα εἰς τὸ νερὸ τίτανος». Ἀξίζει νὰ σημει- ωθῇ, ὅτι ἀπὸ τὴν ρίζα σβε- τοῦ ὁμηρικοῦ αὐτοῦ ρήματος προέρχεται καὶ τὸ λατινικὸ ὄνομα Vesevus ἢ Vesuvius, ποὺ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ (ἄσβηστου) ἡφαι- στείου Βεζούβιος. Ἡ ὀνομασία ἄσβεστος χρησιμοποιεῖται συμβατικά, γιὰ νὰ δηλώσῃ τὰ προϊόντα τῆς πύρωσης ἀλλὰ καὶ τῆς μετέπειτα κατεργασίας τοῦ ἀσβεστόλιθου (τῆς κιμωλίας, τοῦ μαρμάρου καὶ ἄλλων ἀνθρακικῶν πετρωμάτων). Ἡ συνήθης ὅμως σημασία τοῦ ὅρου αὐτοῦ ἀναφέρεται στὸν ἄσβηστο ἀσβέστη, δηλαδὴ τὸ ἄνυδρο ἢ κεκαυμένο ὀξείδιο τοῦ ἀσβεστίου, ἐνῷ τὸ προϊὸν τῆς κατεργασίας του μὲ τὸ νερὸ λέγεται σβη- σμένος ἀσβέστης (σχῆμα ὀξύμωρον) ἢ ἔνυδρος ἀσβέστης. Γιατί ὅμως στὸ προϊὸν αὐτὸ τῆς θέρμανσης τοῦ ἀσβεστόλιθου ἔδωσαν τὴν ὀνομα- σία «ἄσβεστος»; Ἡ ὀνομασία προέκυψε ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον χρησιμοποι- εῖται στὴν οἰκοδομικὴ τέχνη τὸ ὑλικὸ αὐτό. Ἡ ἄσβεστος, ἔτσι ὅπως βγαίνει ἀπὸ τὴν ἀσβεστοκάμινο, εἶναι οὐσιαστικὰ ἄχρηστη. Κατὰ τὴν διάλυση ὅμως τῆς ἀσβέστου στὸ νερὸ συμβαίνει χημικὴ ἀντίδραση ζωηρή, κατὰ τὴν ὁποία ἐλευθερώνεται θερ- μότητα ἱκανὴ νὰ ἐξατμίσῃ τὸ νερὸ μὲ βίαιο τρόπο. Ἡ ἐξάτμιση αὐτὴ παράγει χαρα- κτηριστικὸ ἦχο, ὅμοιο μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἀκούεται, ὅταν σβήνουμε τὴν φωτιὰ μὲ νερό, καὶ ὁ ὁποῖος ὀφείλεται στὸ ἴδιο φαινόμενο, τὴν ἐξάτμιση τοῦ νεροῦ. Ἡ ὁμοιότητα αὐτὴ ἔδινε τὴν ἐντύπωση, ὅτι ἡ λευκὴ αὐτὴ τίτανος γαῖα ἦταν καίουσα ἢ ζῶσα καὶ μὲ τὸ νερὸ ἐσβήνετο. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὀνομάστηκε ἄσβεστος τίτανος γαῖα, ὁπότε παρέμεινε τὸ ἐπίθετο σὰν κύριο ὄνομα. Οἱ Λατῖνοι χρησιμοποιοῦσαν τὴν ἑλληνικὴ λέξη χάλιξ ὡς calx-calcis μὲ τὶς ἑξῆς σημασίες:  πεσσός, ἡ ψῆφος,  χάλιξ, τίτανος, ἐνῷ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ρῆμα vivo, ποὺ εἶναι τὸ ἑλληνικὸ βιῶ (= ζῶ, εἶμαι ἔμψυχος) καὶ τὸ παράγωγο vivus-a-um (=ζῶν, ἔμβιος, ἔμψυχος), ὠνόμαζαν τὴν ἄσβεστο: viva calx, ποὺ στὴν κυριολεξία σημαίνει ζωντανὰ χαλίκια. Ἡ λατινικὴ ὀνομασία calcium τῆς ἀσβέστου ὀφείλεται στὸ γεγονός, ὅτι αὐτὴ προήρχετο ἀπὸ τὴν θέρμανση μέσα στὰ ἀσβεστοκάμινα ἄλλων χαλίκων μεγαλυ- τέρου μεγέθους (λίθοι ποὺ περιέχουν ἀνθρακικὸ ἀσβέστιο). Σὲ ἀρκετὰ χωριὰ τοὐλάχιστον μέχρι πρόσφατα χρησιμοποιοῦσαν τέτοιες πέτρες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἔπαιρναν ἀσβέστη σὲ πετρόκτιστα καμίνια. Οἱ χάλικες αὐτοὶ ζωντάνευαν (μετα- φορικά) κατὰ τὴν θερμική τους ἐπεξεργασία, ἀφοῦ σχημάτιζαν τὴν ἄσβεστο, τὴν viva (ἐκ τοῦ βίος) calx. Ἐτυμολογία: Ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ χάλιξ > calx > calcium. Χημικὸ σύμβολο Ca. Ἀθανάσιος Δημήτρουλας
← καθαρισμένο κείμενο