ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
292ΙΟΥΝΙΟΣ 2006
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ασβέστιον η Calcium: Και τα δύο Ελληνικά — ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΑΣΒΕΣΤΙΟΝ ç CALCIUM:
ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ρῆμα σβέννυμι ἢ σβεννύω εἶναι ὁμηρικὸ καὶ σημαί-
νει σβήνω, καταπνίγω, καθησυχάζω-καταπραΰνω, ἑπομένως τὸ ἐπίθετο
ἄσβεστος εἶναι ὁ μὴ σβεσθείς, ὁ ἄσβηστος. Σὰν οὐσιαστικὸ ἄσβεστος,
ὑποδηλώνει τὴν «μὴ σβεσθεῖσα εἰς τὸ νερὸ τίτανος». Ἀξίζει νὰ σημει-
ωθῇ, ὅτι ἀπὸ τὴν ρίζα σβε- τοῦ ὁμηρικοῦ αὐτοῦ ρήματος προέρχεται
καὶ τὸ λατινικὸ ὄνομα Vesevus ἢ Vesuvius, ποὺ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ (ἄσβηστου) ἡφαι-
στείου Βεζούβιος.
Ἡ ὀνομασία ἄσβεστος χρησιμοποιεῖται συμβατικά, γιὰ νὰ δηλώσῃ τὰ προϊόντα
τῆς πύρωσης ἀλλὰ καὶ τῆς μετέπειτα κατεργασίας τοῦ ἀσβεστόλιθου (τῆς κιμωλίας,
τοῦ μαρμάρου καὶ ἄλλων ἀνθρακικῶν πετρωμάτων). Ἡ συνήθης ὅμως σημασία τοῦ
ὅρου αὐτοῦ ἀναφέρεται στὸν ἄσβηστο ἀσβέστη, δηλαδὴ τὸ ἄνυδρο ἢ κεκαυμένο
ὀξείδιο τοῦ ἀσβεστίου, ἐνῷ τὸ προϊὸν τῆς κατεργασίας του μὲ τὸ νερὸ λέγεται σβη-
σμένος ἀσβέστης (σχῆμα ὀξύμωρον) ἢ ἔνυδρος ἀσβέστης.
Γιατί ὅμως στὸ προϊὸν αὐτὸ τῆς θέρμανσης τοῦ ἀσβεστόλιθου ἔδωσαν τὴν ὀνομα-
σία «ἄσβεστος»; Ἡ ὀνομασία προέκυψε ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον χρησιμοποι-
εῖται στὴν οἰκοδομικὴ τέχνη τὸ ὑλικὸ αὐτό. Ἡ ἄσβεστος, ἔτσι ὅπως βγαίνει ἀπὸ τὴν
ἀσβεστοκάμινο, εἶναι οὐσιαστικὰ ἄχρηστη. Κατὰ τὴν διάλυση ὅμως τῆς ἀσβέστου
στὸ νερὸ συμβαίνει χημικὴ ἀντίδραση ζωηρή, κατὰ τὴν ὁποία ἐλευθερώνεται θερ-
μότητα ἱκανὴ νὰ ἐξατμίσῃ τὸ νερὸ μὲ βίαιο τρόπο. Ἡ ἐξάτμιση αὐτὴ παράγει χαρα-
κτηριστικὸ ἦχο, ὅμοιο μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἀκούεται, ὅταν σβήνουμε τὴν φωτιὰ μὲ νερό,
καὶ ὁ ὁποῖος ὀφείλεται στὸ ἴδιο φαινόμενο, τὴν ἐξάτμιση τοῦ νεροῦ. Ἡ ὁμοιότητα
αὐτὴ ἔδινε τὴν ἐντύπωση, ὅτι ἡ λευκὴ αὐτὴ τίτανος γαῖα ἦταν καίουσα ἢ ζῶσα καὶ
μὲ τὸ νερὸ ἐσβήνετο. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὀνομάστηκε ἄσβεστος τίτανος γαῖα, ὁπότε
παρέμεινε τὸ ἐπίθετο σὰν κύριο ὄνομα.
Οἱ Λατῖνοι χρησιμοποιοῦσαν τὴν ἑλληνικὴ λέξη χάλιξ ὡς calx-calcis μὲ τὶς ἑξῆς
σημασίες: πεσσός, ἡ ψῆφος, χάλιξ, τίτανος, ἐνῷ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ρῆμα vivo,
ποὺ εἶναι τὸ ἑλληνικὸ βιῶ (= ζῶ, εἶμαι ἔμψυχος) καὶ τὸ παράγωγο vivus-a-um (=ζῶν,
ἔμβιος, ἔμψυχος), ὠνόμαζαν τὴν ἄσβεστο: viva calx, ποὺ στὴν κυριολεξία σημαίνει
ζωντανὰ χαλίκια.
Ἡ λατινικὴ ὀνομασία calcium τῆς ἀσβέστου ὀφείλεται στὸ γεγονός, ὅτι αὐτὴ
προήρχετο ἀπὸ τὴν θέρμανση μέσα στὰ ἀσβεστοκάμινα ἄλλων χαλίκων μεγαλυ-
τέρου μεγέθους (λίθοι ποὺ περιέχουν ἀνθρακικὸ ἀσβέστιο). Σὲ ἀρκετὰ χωριὰ
τοὐλάχιστον μέχρι πρόσφατα χρησιμοποιοῦσαν τέτοιες πέτρες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες
ἔπαιρναν ἀσβέστη σὲ πετρόκτιστα καμίνια. Οἱ χάλικες αὐτοὶ ζωντάνευαν (μετα-
φορικά) κατὰ τὴν θερμική τους ἐπεξεργασία, ἀφοῦ σχημάτιζαν τὴν ἄσβεστο, τὴν
viva (ἐκ τοῦ βίος) calx.
Ἐτυμολογία: Ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ χάλιξ > calx > calcium. Χημικὸ σύμβολο Ca.
Ἀθανάσιος Δημήτρουλας