ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
294ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2006
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Διαγωνισμός «Γιουροβίζιον»: Η ανάσταση του Διονύσου — ΛΑΜΠΡΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Κείμενο φύλλου
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ «ΓΙΟΥΡΟΒΙΖΙΟΝ»: Ç ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ
κ πλη κτη ἡ ἀ πο στε ω μέ νη τά ξη πραγ μά των στὴν Τέ χνη καὶ τὴ
Δι α νό η ση, ἡ ἐγ χώ ρια καὶ ἡ δι ε θνής, ἔ φρι ξε ἀ πὸ τὸ ἀ πο τέ λεσμα
τῆς ψη φο φο ρί ας τῶν Εὐ ρω παί ων πο λι τῶν γιὰ τὴν ἀ νά δειξη
τοῦ νι κη τῆ τοῦ μου σι κοῦ δι α γω νι σμοῦ τῆς «Γι ου ρο βί ζιον
2006» πρὶν ἀ πὸ τρεῖς μῆ νες. Τῆς ἦ ταν ἀ δι α νό η το, ὅ τι ἕ να συγ κρό τη μα «τερά
των», τὸ φιν λαν δι κό, μὲ μου σι κοὺς ρυθ μοὺς καὶ τρό πους ὁ πωσ δή πο τε
ἐν τε λῶς ἀ πα ρά δε κτους συγ κρι τι κὰ μὲ τοὺς ρυθ μοὺς καὶ τρό πους τῆς βαθύ
τα τα χρι στι α νι κῆς Κλα σι κῆς Μου σι κῆς, τοῦ «κο ρυ φαί ου» αὐ τοῦ εὐ ρωπα
ϊ κοῦ ἰ δε ώ δους τῆς Τέ χνης τῶν Ἤ χων, ἀλ λὰ καὶ τῶν λα ϊ κῶν μου σι κῶν
πα ρα δό σε ων τῶν χρι στι α νι κῶν ἐ θνῶν ποὺ τὴν ἀ πο τε λοῦν, ὑ περ ψη φί στηκε
ἀ πὸ τοὺς λα οὺς τῆς Γη ραι ᾶς ἠ πεί ρου μὲ «ἱ στο ρι κὴ πλει ο ψη φί α». Καὶ
δὲν ἔ λει ψαν δι α πρε πεῖς ἐκ πρό σω ποι τοῦ πνευ μα τι κοῦ καὶ καλ λι τε χνι κοῦ
κα τε στη μέ νου, ποὺ κα θύ βρι σαν καὶ κα τα συ κο φάν τη σαν καὶ τοὺς νι κητὲς
καὶ τοὺς ψη φί σαν τες γιὰ τὴν «βαρ βα ρό τη τα» καὶ «βα ναυ σό τη τα» τοῦ
τρα γου διοῦ, τὴν «ἀπρέπεια» τῆς κί νη σης τῶν ἐ κτε λε στῶν του καὶ πά νω
ἀ π’ ὅ λα τὸ «τερατῶδες» τῆς ἀμ φί ε σης καὶ με ταμ φί ε σης τῶν προ σώ πων
τους. Καὶ εἶναι ἀ ξι ο πα ρα τή ρη το, ὅ τι μα ζὶ μ’ αὐ τοὺς ἔ φρι ξαν καὶ οἱ ντόπιοι
ἑλ λη να ρᾶ δες πά σης ἀ πο χρώ σε ως γιὰ τὸν ἴ διο λό γο, ἀλ λ’ αὐ τοὶ πολὺ
πε ρισ σό τε ρο καὶ δι ό τι στὴν τε λε τὴ ἔ ναρ ξης τοῦ δι α γω νι σμοῦ πα ρουσι
ά σθη καν Ἕλ λη νες θε οὶ νὰ τρα γου δοῦν καὶ νὰ χο ρεύ ουν.
* * *
ἶ ναι τρα γι κὸ τὸ νό η μα τῶν φαι νο μέ νων, ποὺ χον δρι κὰ ση μειώ
σα με στὴν προ η γού με νη πα ρά γρα φο. Βρι σκό μα στε μπρο στὰ
σὲ τρεῖς ὄ ψεις μιᾶς πραγ μα τι κό τη τας, πού, ἂν τὴν «δι α βά σῃ»
κα νεὶς πί σω ἀ πὸ τὴν ἐ πι φά νειά της, θὰ ἀν τι λη φθῇ:
ὅ τι ὁ ἄν θρω πος τῆς Εὐ ρώ πης, ὁ βα ριὰ κα τα πι ε σμέ νος καὶ κα κο ποι ημέ
νος ψυ χι κὰ ἐ πὶ αἰ ῶ νες, ὁ κλει σμέ νος ἑρ μη τι κὰ καὶ ἀ σφυ κτι κὰ στὸν ψυχο
πνευ μα τι κὸ νάρ θη κα τῆς χρι στι α νι κῆς ἠ θι κῆς, ὅ ταν δε χθῇ τὸ κα τάλ ληλο
ἐ ρέ θι σμα, μπο ρεῖ καὶ ἀ πε λευ θε ρώ νει τὴν ἀφωπλισμένη ἕως τώ ρα δυ ναμι
κὴ τῆς «βα θειᾶς ψυ χῆς», τοῦ ἀπαγορευμένου δι ο νυ σια κοῦ του ἀ συνει-