ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

296ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2006

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 20330 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
63 ἀπό 105
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Οι συνθήκες θανάτου του Ιουλιανού — ΤΣΙΝΑΣ, ΠΑΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 20330 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 296

Κείμενο φύλλου

ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ τε λευ ταῖ ος ἐκ πρό σω πος τοῦ ἀρ χαί ου κό σμου, ὁ αὐ το κρά τωρ Ἰ ου λια νός, ἔ πε σε νε κρὸς στὸ πε δί ον τῆς τε λευ ταί ας μά χης τοῦ ἑλ λη νι κοῦ με τὰ τοῦ βαρ βα ρι κοῦ κό σμου. Πα ρα θέ το με κα τωτέ ρω ἀ πό σπα σμα ἀ πὸ τὴν «Ἱ στο ρί α τοῦ Πο λι τι σμοῦ» τοῦ Durant*, ἀ να φε ρό με νο στὸ θά να το τοῦ Ἰ ου λια νοῦ: «Ὁ Λι βά νιος ἰ σχυ ρί σθη, ὅ τι τὸ ὅ πλον προ ήρ χε το ἀ πὸ χέ ρι χρι στια νοῦ καὶ πολ λοὶ ἄλ λοι εἶ χαν τὴν ἰ δίαν γνώ μην, δι ό τι κα νεὶς Πέρ σης δὲν ἐ ζή τη σε τὴν ἀ μοι βὴν ποὺ εἶ χεν ὑ πο σχε θῆ ὁ Σα πώ ρης δι ’ ἐ κεῖ νον ποὺ θὰ ἐ φό νευ ε τὸν αὐ τοκρά το ρα. Με ρι κοὶ χρι στια νοὶ συγ γρα φεῖς, ὅ πως ὁ Σω χο μέ νης, ἐ δέ χθη σαν τὴν ἐκ δο χὴν τοῦ Λι βα νί ου καὶ ἐ πῄ νε σαν τὸν φο νέ α, “ὁ ὁ ποῖ ος, διὰ τὴν ἀ γά πην τοῦ θε οῦ καὶ τῆς θρη σκεί ας, ἐ ξε τέ λε σε μί αν τό σον γεν ναί αν πρᾶ ξιν”. Ἡ τε λευ ταί α πρᾶ ξις τοῦ δρά μα τος (27 Ἰ ου νί ου 363) ὑ πῆρ ξεν ἀν τα ξί α τῆς πα ρα δό σε ως τοῦ Σω κρά τους καὶ τοῦ Σε νέ κα. Ὁ Ἰ ου λια νός, λέ γει ὁ Ἀμ μιανός: “Ξα πλω μέ νος στὴ σκη νή του εἶ πε στοὺς ἀ πα ρη γό ρη τους συντ ρό φους του τὰ λό για αὐ τά: Ἦλ θε πρό ω ρα γιὰ μέ να ἡ στιγ μή, φί λοι μου, νὰ ἀ φή σω τὴ ζω ὴ αὐ τὴ καὶ νὰ νι ώ σω χα ρὰ νὰ ἐ πι στρέ ψω στὴν Φύ ση, ποὺ μὲ κα λεῖ.” Ὅ λοι οἱ πα ρι στά με νοι ἔ κλαι γαν. Αὐ τὸς ὅ μως τοὺς εἶ πε, πὼς δὲν ταί ρια ζε νὰ κλαῖ νε, ἐ πει δὴ ἦλ θε ἡ ὥ ρα νὰ ἑ νω θῇ ἕ νας ἄρ χον τας μὲ τὸν οὐ ρα νὸ καὶ τὰ ἄ στρα. Ἀ φοῦ ἔ τσι τοὺς ἀ νάγ κα σε νὰ σω πά σουν, ἄ νοι ξε μί α πε ρί πλο κη συ ζήτη ση γιὰ τὴν εὐ γέ νεια τῆς ψυ χῆς μὲ τοὺς φι λο σό φους Μά ξι μον καὶ Πρί σκον. Ξαφ νι κὰ ἡ πλη γὴ ἄ νοι ξε πά λι, ἡ ἀ να πνο ή του ἔ γι νε δύ σκο λη, καὶ ἐ ζή τη σε νὰ πιῇ νε ρό. Ὕ στε ρα ἐ ξέ πνευ σε χω ρὶς ἀ γω νί α κα τὰ τὰ με σά νυ χτα, σὲ ἡ λι κί α τριά ντα ἑνὸς ἐ τῶν*.» * Ση μεί ω ση τοῦ γρά ψαν τος: Ἡ ἐκ δο χή, ὅ τι πε θαί νον τας ἀ νε φώ νη σε «Νε νί κη κάς με, Ναζω ραῖ ε», ἐμ φα νί ζε ται γιὰ πρώ τη φο ρὰ στὰ ἔρ γα τοῦ χρι στια νοῦ ἱ στο ρι κοῦ Θε ο δω ρή του κα τὰ τὸν 5ον αἰ ῶ να, ἀ πορ ρί πτε ται δὲ σή με ρα ὡς μύ θος. Πά νος Τσί νας Ἐ πίτ. δι ευ θυν τὴς Ἐ θνι κῆς Βι βλι ο θή κης
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →