ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
299ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2007
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Οι τρεις ινδές μαϊμούδες και τα ορθόδοξα πρόβατα — Μ.
Κείμενο φύλλου
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΝΔΕΣ ÌÁÚÌÏÕÄÅÓ
ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΠΡΟΒΑΤΑ
αιρὸς εἶναι νὰ ξυπνήσωμε ἀ πὸ τὸν λή θαρ γό μας –γιατὶ πο λὺ
ἔ χουμε κοι μη θῆ! Τί βα θὺ νό η μα βρί σκε ται ἆ ρα γε στὸ ἰνδικὸ
ἀ γαλ μα τά κι τῶν τρι ῶν μα ϊ μού δων, ποὺ τὸ ἕ να τοὺς κρα τά ει
κλει στὰ τὰ μά τια μὲ τὸ χέ ρι του, τὸ ἄλ λο τὰ αὐ τιά, τὸ τρί το
τὸ στό μα; Αὐ τὲς οἱ μα ϊ μοῦ δες στὴν Χρι στι α νι κὴ θρη σκεί α
με τα τρέ πον ται σὲ πρό βα τα, μιὰ ἀ κό μα λι γώ τε ρο ἀ νε πτυγ μέ νη ὁ μά δα ζω ῆς.
Ἐ πει δὴ ἔ τσι μᾶς θέ λει ἡ θρη σκευ τι κὴ ἐ ξου σί α, σὰν τὰ πρό βα τα, κου κού τσι
μυα λό, τα πει νά, βό σκον τας εἰ ρη νι κά, μὲ χα μη λὰ τὸ κε φά λι. Νά, ποὺ δὲν εἴμα
στε ὅ μως ζῷ α. Πό τε-πό τε καὶ τὸ μυα λό μας ζη τᾷ φα ΐ. Πα ρα κα λοῦ με, μὴ
μᾶς τα ΐ ζε τε μὲ θρη σκευ τι κὰ πα ρα μύ θια, τὰ ὁ ποῖα ἀ νή κουν σὲ μί αν ἄλ λη,
πε ρα σμέ νη ἐ πο χή, ποὺ οἱ ἄν θρω ποι πί στευ αν σ’ ἕ ναν θε ό, ὁ ὁ ποῖ ος δη μιούρ
γη σε τὰ ἀ στέ ρια, ὅ ταν ἡ νύ χτα βύ θι σε στὸ σκό τος τὴ Γῆ.
Σή με ρα ξέ ρου με, ὅ τι δὲν ὑ πάρ χει θε ός, ὅ πως μᾶς τὸν πα ρι στά νουν, κα νέ νας θε ὸς
δη μι ουρ γὸς τῶν ἀν θρώ πων –τὸ ἀν τί θε το, ἐ μεῖς οἱ ἄν θρω ποι δη μι ουρ γή σα με θε ούς,
θε ές, θε ό, γιὰ νὰ μᾶς προ στα τεύ ῃ. Εἴ χα με καὶ ἔ χου με ἀ νάγ κη ἀ πὸ προ στα σί α, ἐ πει δὴ
ἡ ζω ὴ ὅ λων μας, ὅ λων τῶν ὄν των, ἀ πει λεῖ ται συ νε χῶς ἀ πὸ πολ λὰ καὶ δι ά φο ρα πράγμα
τα, καὶ ὁ φό βος ὅ λους μᾶς κυ ρι εύ ει. Στὴν προ σπά θεια νὰ νι κή σου με τὸ φό βο μας
πρέ πει νὰ στη ρι χτοῦ με στὰ πα ρα μύ θια; Ὄ χι πιά!
Τὰ ἐ πι τεύγ μα τα τοῦ ἀν θρώ πι νου νοῦ εἶ ναι θε α μα τι κά. Ὁ ἄν θρω πος προ ω θεῖ ται
στὸ Σύμ παν, πα τά ει σὲ ἄλ λους πλα νῆ τες, συγ κεν τρώ νει ὑ λι κὰ ἀ πὸ τὸ Σύμ παν τὰ συγκρί
νει καὶ δι α πι στώ νει, ὅ τι ὑ πάρ χουν παν τοῦ τὰ ἴ δια στοι χεῖ α τῆς ὕ λης. Ξέ ρου με μὲ
με γά λη σι γου ριά, πό τε γεν νή θη κε ὁ πλα νή της μας καὶ πό τε θὰ πε θά νῃ. Οἱ ἐ πι στή μο νες
κα τά λα βαν πο λὺ κα λὰ καὶ συμ φω νοῦν, ὅ τι ὅ λη ἡ ζω ὴ προ ῆλ θε ἀ πὸ τὴν θά λασ σα,
ὅ τι ὅ λη ἡ ζω ή, ὅ πως καὶ ἡ ὕ λη, ὑ πό κειν ται σὲ μί α ἀ να πό τρε πτη μό νι μη ἐ ξέ λι ξη, ποὺ
δύ σκο λα ἀν τι λαμ βα νό μα στε. Σπέρ νου με καὶ φυ τεύ ου με, ξέ ρου με πὼς ὁ βλα στὸς χρειά
ζε ται χρό νο, γιὰ νὰ βγῇ ἀ πὸ τὸ σπό ρο, νὰ ἀ να πτυ χθῇ καὶ νὰ ἐ ξε λι χθῇ.
Κά πως ὑ πο φέ ρου με μᾶλ λον ἀ πὸ μί α δι α τα ρα χὴ τῆς συ νεί δη σης. Ἡ μιὰ πλευ ρὰ
τοῦ μυα λοῦ μας συ νει δη το ποι εῖ, γνω ρί ζει, ἐ νῷ ἡ ἄλ λη φαί νε ται νὰ εἶ ναι πα ρά λυ τη.
Πα ρά λυ σε στὴν πο ρεί α τῶν αἰ ώ νων κά τω ἀ πὸ τὶς δι ά φο ρες ἐ ξου σί ες – σὰν τὴν Ἱ ε ρὰ
Ἐ ξέ τα ση – ποὺ λί γοι τόλ μη σαν νὰ ἀμ φι σβη τή σουν καὶ νὰ ἐ ναν τι ω θοῦν.
Ἐν νέ α μῆ νες χρει ά ζε ται τὸ ἔμ βρυ ο στὴν κοι λιὰ τῆς μη τέ ρας, ὅπου κο λυμ πῶν τας στὸ
ἀμνιακὸ ὑγρό, περ νά ει δι α δο χι κὲς φά σεις καὶ παίρ νει μορ φές, ποὺ θυ μί ζουν δι ά φο ρα
ζῷ α, μέ χρι νὰ ἐ ξε λι χθῇ ὁ μι κρὸς ἄν θρω πος. Στὴν πο ρεί α τῆς ἐ ξέ λι ξής του, ὅ ταν φτά νῃ
στὸ τέ λος τῆς ζω ῆς του, κα νεὶς δὲν μπο ρεῖ πιὰ νὰ βρῇ κά ποι α ὁ μοι ό τη τα μὲ τὸ μω ρά κι,
ποὺ ἦ ταν στὴν ἀρ χή. Ὅ λες τὶς βι ο λο γι κὲς ἀ νάγ κες τῆς ἀν θρώ πι νης ζω ῆς τὶς συ ναν τᾶ με
σὲ ὅ λα τὰ θη λα στι κά, ἀ πὸ τὰ ὁ ποῖ α ἐ λά χι στα κύτ τα ρα μᾶς δι α φο ρο ποι οῦν.