ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
300ΜΑΡΤΙΟΣ 2007
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η αρχαία τέχνη της βαλσάμωσης και ο... Βησσαρίων — ΦΛΕΚΚΑΣ, ΣΩΤΗΡΗΣ
Κείμενο φύλλου
Ç ΑΡΧΑΙΑ ΤΕΧΝΗ
ΤΗΣ ΒΑΛΣΑΜΩΣΗΣ
ΚΑΙ Ï... ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ
Σό λων μᾶς δί νει πλη ρο φο ρί ες γιὰ τοὺς τρό πους μὲ τοὺς ὁ ποί ους
οἱ Αἰ γύ πτιοι βαλ σά μω ναν τοὺς νε κρούς τους: «ἀ να τέ μνον τας
τὸν νε κρό, τὸν ἐκ θέ τουν πρῶ τα στὸν ἥ λιο, ὕ στε ρα πε τοῦν στὸ
πο τά μι αὐ τὰ τὰ μέ ρη τοῦ σώ μα τος, τὰ ἐν τό σθια, καὶ πε ρι ποιοῦν
ται τὸ ὑ πό λοι πο σῶ μα, πι στεύ ον τας πὼς αὐ τὸ ἔ χει πιὰ γίνει
κα θα ρό. Για τὶ πραγ μα τι κὰ αὐ τὸ εἶ ναι τὸ μί α σμα τῆς σάρ κας μας καὶ ὁ
τάρ τα τος τοῦ σώματός μας, σὰν τὸν Τάρταρο τοῦ ᾍδη... Για τὶ ζων τα νὸς ὁ
ἄν θρω πος δὲν τρέ φε ται ἀ πὸ τί ποτε ζων τα νό, ἀλ λὰ θα να τώ νον τας τὰ ἔμ ψυ χα
καὶ κα τα στρέ φον τας τὰ φυ τά, ποὺ καὶ αὐ τὰ ἔ χουν ζω ὴ –ἀ φοῦ τρέ φον ται καὶ
με γα λώ νουν–, δι α πράτ του με ἀ δι κί α.»
Ἡ δι α δι κα σί α αὐ τὴ ἀ πο σκο πεῖ στὴν τα ρί χευ ση. Ὅ που τα ρι χεύ ω =τή κω, ξη ραί νω,
«ὥ σπερ οἱ τὰ ᾠ ὰ τέ μνον τες καὶ μέλ λον τες τα ρι χεύ ειν»· ση μαί νει δὲ καὶ τὸ ξη ραί νειν
ἀ π’ ὅ που ὁ γά ρος, ἡ σε πη δὼν ἐ ξι χω ρί ζε ται (= παροχετεύεται). (Λε ξι κὸν Σουί δας, τ. Β΄,
σ. 1009.)
Σχε τι κὰ δὲ μὲ τὸν ἐν τα φια σμὸ τῶν νε κρῶν ὁ Ἡ ρό δο τος γρά φει γιὰ τοὺς Αἰ γύ πτιους:
«Πρῶ τον βγά ζουν ἀ πὸ τὰ ρου θού νια τὸν ἐγ κέ φα λον μ’ ἕ να κυρ τὸν σί δη ρον· ἕ να
μέ ρος τὸ ἀ φαι ροῦν μὲ αὐ τὸν τὸν τρό πον, καὶ ἄλ λο μέ ρος μὲ χύ σι μον δι α λυ τι κῶν οὐ σι ῶν
μέ σα εἰς τὴν κε φα λήν. Ὕ στε ρα μὲ τρο χι σμέ νον αἰ θι ο πι κὸν λί θον ἐ νερ γοῦν λα πα ρο τομί
αν καὶ βγά ζουν ἔ ξω ὅ λα τὰ ἐν τό σθια τῆς κοι λί ας, καὶ ἀ φοῦ τὴν κα θα ρί σουν πά λιν
ἐν τε λῶς, καὶ τὴν ξε πλύ νουν μὲ κρασὶ ἀ πὸ φοί νι κα, τὴν κα θα ρί ζουν πά λιν μὲ τριμ μέ να
ἀ ρώ μα τα. Ἔ πει τα, ἀ φοῦ γε μί σουν τὴν κοι λί αν μὲ κα θα ρὰν τριμ μέ νην σμύρ ναν, μὲ
κα νέλ λα καὶ μὲ ἄλ λα ἀ ρώ μα τα, ἐ κτὸς ἀ πὸ θυ μί α μα, τὴν ρά βουν πά λιν. Ἔ πει τα ἀ πὸ
αὐ τὰ θέ τουν τὸ σῶ μα μέ σα σὲ νί τρον ἐ πὶ ἑ βδο μῆν τα ἡ μέ ρας διὰ νὰ ξη ρα θῇ, καὶ δὲν ἐ πιτρέ
πε ται νὰ τὸ ξη ραί νουν ἐ πὶ πε ρισ σο τέ ρας ἡ μέ ρας. Ὅ ταν πε ρά σουν οἱ ἑ βδο μή κον τα
ἡ μέ ραι, ἀ φοῦ πλύ νουν τὸν νε κρόν, πε ρι τυ λί γουν ὅ λον του τὸ σῶ μα μὲ λου ριὰ κομ μέ να
ἀ πὸ λε πτότατον ὕ φα σμα ἀ πὸ βύσ σον, βρεγ μέ να εἰς κόμ μι, ἀν τὶ κόλ λας.»
Γιὰ ὅ σους προ τι μοῦν μέ σον τρό πον ἐν τα φια σμοῦ-βαλ σά μω σιν-τα ρί χευ σιν τῶν
νε κρῶν λέ γει τὰ ἑ ξῆς: «Ἀ φοῦ γε μί σουν τὰ κλύ σμα τα μὲ λά δι πυ κνό ρευ στον, ποὺ βγαίνει
ἀ πὸ κέ δρον, γε μί ζουν ὕ στε ρα μὲ αὐ τὸ τὴν κοι λί αν τοῦ νε κροῦ, χω ρὶς οὔ τε νὰ τὴν
σχί σουν οὔ τε νὰ βγά λουν τὰ ἐν τό σθια, ἀλ λ’ ἀφοῦ κά μουν ἀ πὸ πί σω τὸ κλύ σμα καὶ ἐμπο
δί σουν τὸ ὑ γρὸν νὰ βγῇ ἀ πὸ ἐ κεῖ ποὺ εἰ σή χθη, βυ θί ζουν τὸ σῶ μα μέ σα εἰς τὸ νί τρον
κα τὰ τὰς ὡ ρι σμέ νας ἡ μέ ρας, τὴν τε λευ ταί αν ἡ μέ ραν ἐ ξά γουν ἀ πὸ τὴν κοι λί αν τὸ λά δι