ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

305ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2007

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 21285
Φύλλο στό PDF
82 ἀπό 105
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η κόλαση του πάπα Βενέδικτου — ΦΛΕΚΚΑΣ, ΣΩΤΗΡΗΣ
    ἀρχή: σελ. 21285 · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 305

Κείμενο φύλλου

Ç ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ κό λα ση εἶ ναι ἕ να ὑ παρ κτὸ μέ ρος, ἔ στω καὶ ἂν κα νεὶς δὲν « μι λᾷ πιὰ γι’ αὐ τὸ στὶς μέ ρες μας. Δὲν πρό κει ται ἁ πλᾶ γιὰ κά ποι ο θρη σκευ τι κὸ συμ βο λι σμό, ποὺ ἔ χει στό χο νὰ συ νε τίσῃ τοὺς πι στούς, καὶ νὰ ἀ πο δε χθοῦν τὴν ὕ παρ ξη τῆς κο λάσε ως στὴν με τὰ θά να τον ζω ή, ὥ στε νὰ δι αρ ρη χθῇ ἡ σχέ ση μας μὲ τὴν ἁ μαρ τί α, ποὺ εἶ ναι ὁ πραγ μα τι κὸς ἐ χθρὸς τῆς ἀν θρω πό τη τας», δή λω σε ὁ πά πας Βε νέ δι κτος XVI (Ἐ φη με ρί δες τῆς 29ης Μαρτίου 2007). Ἡ πί στη, ἡ θρη σκεί α, ἡ κό λα ση ἀλ λη λέν δε τες κα τὰ τῆς ἁ μαρ τί ας, ποὺ εἶ ναι ἐ χθρὸς τῆς ἀν θρω πό τη τας καὶ ὁ δη γεῖ στὴν ὕ παρ ξη κο λά σε ως κα τὰ τὸν πά πα. Ἂς δοῦ με τὰ πα ρα κά τω: «Ἡ σύγ κρου ση θρη σκεί ας καὶ Ἐ πι στή μης προ κα λεῖ ται ἀ πὸ τὰ θρη σκευ τι κὰ δόγ μα τα. Αὐ τὰ τὰ δόγ μα τα τῶν θρη σκει ῶν ἐκ φρά ζουν τὴν προ σπά θεια τοῦ ἀνθρώ πι νου πνεύ μα τος νὰ ἀ να πα ρα στή σῃ τὸ Ἀ πό λυ το, τὸ Ἄ πει ρο, τὸ συ ναί σθη μα τοῦ ὁ ποί ου ἐ πι βάλ λε ται σ’ αὐ τόν. Ἀλ λ’ ὅ λοι οἱ χρη σι μο ποι η θέν τες τύ ποι ἀ πο δεικνύ ον ται ἀ νί σχυ ροι γι’ αὐ τό. Καὶ τὸ ἀν τι κεί με νο τῆς θρη σκεί ας, τὸ Ἀ πό λυ το, μέ νει ἀ δι α νό η το» (Ἀ λέ ξαν δρος Ν. Πα ρα σκευ ό που λος, «Πραγ μα τι κό τη τα καὶ Θρη σκεί α»). Ὅ μως «χρει ά σθη καν οἱ με γά λοι μύ στες τῆς Ἐ πι στή μης καὶ τοῦ πο λι τι σμοῦ, γιὰ νὰ ὑ πάρ ξῃ Ἐ πι στή μη καὶ γε νι κῶς πο λι τι σμός. Καὶ πρὸς αὐ τοὺς ἡ ἀν θρω πό τη τα εἶ ναι ὀφει λέ τις. Ἐ ὰν οἱ ἄν θρω ποι δὲν αἰ σθά νων ται τοῦ το, εἶ ναι δι ό τι εἶ ναι ἀ φύ σι κοι. Ὁ μοιά ζουν πρὸς πρω τό γο νους, γιὰ τοὺς ὁ ποί ους δὲν θὰ ὑ πῆρ χαν ταμ πού. Εἶ ναι, δι ό τι εἶ ναι ἀ νί κα νοι νὰ συλ λά βουν μί α δε δο μέ νη πραγ μα τι κό τη τα. Καὶ ἀ πο τε λεῖ αὐ τὸ μορ φὴ ἐκ φυ λι σμοῦ. Κα τὰ τὰ ἀ νω τέ ρω ἀ πο ξε νώ νε ται κα νεὶς ἀ πὸ κά θε σο βαρό τη τα, ὅ ταν ἀ γνο ῇ ἢ ἀ πο σι ω πᾷ τὴν πα τρό τη τα κά θε ἐμ πνεύ σε ως, οἱασδή πο τε ἐμ πνεύ σε ως» (Ἀ λέ ξαν δρος Ν. Πα ρα σκευ ό που λος, «Αἱ θρη σκεῖ αι»). Ἡ δεισι δαι μο νί α ὁ δη γεῖ στὴν αὐ τα πά τη τῆς Κό λα σης ί εἶ ναι ὁ δει σι δαί μων (δεί δω + δαί μων)· θε ο φο βού με νος, εὐ λα βὴς πρὸς τὰ θεῖ α· τὸ πά θος, τὸ ἐ λάτ τω μα τοῦ δεισιδαί μο νος. «ἄν δρες Ἀ θη ναῖ οι, κα τὰ πάν τα ὡς δει σι δαι μο νε στέ ρους ὑ μᾶς θε ω ρῶ» (Παῦ λος, «Πράξεις Ἀ ποστό λων»). «Ὁ τι μῶν ἀ πὸ μό νον φό βον τὸν θε όν (ὡς ἐ πὶ τὸ πλεῖ στον)» (Θε ο φρά στου - Χαρ μί δης). (Ὅ ρα λε ξι κόν: Στε φά νου Βυ ζαν τί ου). ΔΑΥΛΟΣ 305, Σεπτέμβριος 2007  21285
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →