ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
311ΜΑΡΤΙΟΣ 2008
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το προσωπικό «πρόβλημα» — ΚΑΡΜΙΡΑΝΤΖΟΣ, ΚΩΣΤΗΣ
Κείμενο φύλλου
ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
«ΠΡΟΒΛΗΜΑ»
λ θε ἡ σει ρά μου καὶ ὁ φούρ να ρης ἔ κο βε τὸ ψω μί μου. Ἡ σα ραν τά ρα
ἐ κτὸς σει ρᾶς λέ ει: «Βι ά ζο μαι». Ἀ παν τῶ: «Ἂς πε τά ξου με στὰ σκου πί δια
τὸ ἄγ χος». Καὶ ἡ κυ ρί α: «Δὲν γί νε ται». Ὁ φούρ να ρης μοῦ λέ ει ἐμ πι στευτι
κά: «Ἔ χει πρό βλη μα· παι δὶ πο λυ με ταγ γι ζό με νο». Σώ πα σα· στὸ σπί τι
ξε κί νη σα τὸ ἄρ θρο αὐ τό.
ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ. Τὰ προ βλή μα τα θε ω ροῦν ται αὐ το νό η τα. Καὶ στὴν Ψυ χι α τρι κή/Ψυχο
λο γί α τὸ «προ σω πι κὸ πρό βλη μα» (Π.Π.) εἶ ναι βα σι κὴ κα τη γο ρί α δι α τα ρα χῶν.1 Εἶναι
ὅ μως αὐ το νό η τες οἱ δύο αὐ τὲς λέ ξεις;
Μὲ κλει δὶ τὴν ὑ πέ ρο χη Ἑλ λη νι κὴ Γλῶσ σα, τὴν μό νη νο η μα τι κὴ –ὅ που οἱ λέ ξεις ἐκφρά
ζουν καὶ τὸ νό η μα– ἀ να κα λύ πτουν τὴν ση μα σί α τους. «ἄρ ξα·σθαι ἀ πὸ τῶν ὀ νομά
των», προ τεί νει ὁ Γα λη νός.
Προ σω πι κὸν = τοῦ προ σώ που < πρό σω + ὢψ = ἄν θρω πος ποὺ μᾶς κοι τά ζει
κατὰ πρόσωπο, θαρ ρε τά, μὲ ἐν δι α φέ ρον· ποὺ ξε χω ρί ζει ἀ πὸ τὴ μᾶ ζα2, ποὺ ὅ ταν ἔ χῃ
ἐ πί γνω ση, μπο ρεῖ νὰ γί νῃ σο φός. Ἀν τί θε τό του εἶ ναι τὸ ἄ το μον, ἤ τοι τὸ τε λευ ταῖ ο
κομ μά τι ἀ πὸ τὴ δι ά σπα ση τῆς κοι νω νί ας.
[Σημ. Οἱ λέ ξεις «ἄ το μον» καὶ «κοι νω νί α» στὴν ἀρ χαι ό τη τα δὲν εἶ χαν τὴν ση με ρι νὴ
ἔν νοι α. Ἀν τί στοι χες ἦ σαν «πο λί της» ὡς μέ το χος-δη μι ουρ γὸς καὶ «πό λις».]
Πρό βλη μα = Ἀρ χι κὰ «προ ε ξο χή», με τὰ «πρό ταγ μα» (ἀ μυν τή ριο/ἐ πι θε τι κό, λ.χ.
λόγ χη) ἢ ἐμ πό διο, πρό σχη μα (!), ἀ πο ρί α κ.ἄ.
Ἔ τσι δὲν ὑ πάρ χει ἀ το μι κὸ ἀλ λὰ προ σω πι κὸ πρό βλη μα, ἀ φοῦ ἀ φο ρᾷ στὴν σχέση
προ σώ που μὲ τὸν ἑ αυ τό του μά λι στα συγ κρου σια κή, μὲ ἄ με ση ἐ πί δρα ση σὲ
νοῦ-συ ναί σθη μα-σῶ μα.
Ç ΔΙΑΓΝΩΣΗ. Ὁ ἀ περ χό με νος σα πιο·πο λι τι σμός μας (ὅ ρα συ νε χῆ σκάν δα λα οἰκο
νο μι κο·πο λι τι κά, δι κα στι κο·θρη σκευ τι κά) μᾶς δη μι ουρ γεῖ δύο εἰ δῶν προ βλή μα τα.
Τὰ ὀ ξέ α μὲ ἔν το νη ἀλ λὰ πα ρο δι κὴ ἐ πί δρα ση (χω ρι σμός) καὶ τὰ χρό νια, λ.χ. μό νι μο
«ἄ λυ το» πρό βλη μα (ἀ σχή μια, φό βος θα νά του), ποὺ κα ταν τᾷ τρό πος ζω ῆς, τὸ «μα ράζι»,
τὸ προ σω πι κὸ πρό βλη μα.
Ἡ ἀν τί δρα σή μας σὲ αὐ τὸ εἶ ναι ἡ ἀ πο μό νω ση ἀ πὸ τὸ «ἐ χθρι κό» πλέ ον πε ρι βάλλον
(ἀ πο ξέ νω ση, ἀλ λο τρί ω ση). Καὶ ἀ πὸ τὸν προ μα χῶ να τοῦ ὑ περ·ε γὼ –σκε πτό μαστε
πλέ ον μό νο τὸν ἑ αυ τό μας– ἀν τι δροῦ με εἴτε μὲ πρό ταγ μα ἀ μυν τι κὸ (θλί ψη, φόβο)
εἴτε μὲ ἐ πι θε τι κὸ (θυ μό).
Ἡ χει ρό τε ρη πε ρί πτω ση, σχε δὸν ἀ νί α τη, εἶ ναι ἡ πλή ρης ταύ τι ση μὲ τὸ πρό βλη μα,
ὁ πό τε τοῦ το χρη σι μο ποι εῖ ται ὡς πρό σχη μα –ἐ ξα ναγ κα σμὸς τῶν ἄλ λων γιὰ ντάν τεμα.
Πῶς; Μὲ συ νε χῆ δι α μαρ τυ ρί α (γκρί νια), μὲ δρα μα τι κὰ συμ πτώ μα τα, γιὰ νὰ μᾶς
προ σέ ξουν ἢ μὲ ἀ πρα γί α.
ΔΑΥΛΟΣ 311, Μάρτιος 2008 21881