ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

311ΜΑΡΤΙΟΣ 2008

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 21936
Φύλλο στό PDF
101 ἀπό 105
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η «δολοφονία» του «θανάτου» — ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ, ΘΩΜΑΣ
    ἀρχή: σελ. 21936 · τέλος: δηλωμένο · τχ. 311

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

Ç «ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ» ΤΟΥ «ΘΑΝΑΤΟΥ» (Ἀπαθανατίζω, ὄχι ἀποθανατίζω) ὸ θάνατο γλωσσικὰ τὸν σκοτώνουμε, μόλις βάλουμε μπροστὰ τὸ στερητικὸ α (ἄλφα) = ἀθάνατος. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο σχηματίζουμε χιλιάδες ἄλλες λέξεις, καὶ τὸ α (ἄλφα) αὐτὸ εἶναι πράγματι γλωσσοσωτήριο, γιατὶ ἔτσι αὐτόματα σχηματίζουμε τὸ ἀντίθετο: ἀβαρής, ἄγαμος, ἄγνωστος, ἀσχημάτιστος κ.λπ. Μ’ ἕνα α ἡ πλάστιγγα τῆς γλώσσας γυρί- ζει/γέρνει κατὰ 180 μοῖρες. Καταπληκτική μας γλωσσικὴ ἐφεύρεση. Τὸ ρῆμα ἀθανατίζω ὑπάρχει στὴ γλῶσσα μας καὶ εἶναι ζωντανὸ γιὰ πολλὲς χιλιάδες χρόνια. Ἐὰν βάλουμε μπροστὰ τὴν πρόθεση ἀπό, τότε τὸ ρῆμα γίνεται ἀπὸ+ἀθανατίζω. Ἐδῶ τὸ «ο» τοῦ ἀπὸ ἀποβάλλεται, καὶ τὸ «α» τοῦ ἀθανατίζω διατηρεῖται, γιατὶ εἶναι μέρος ἀπὸ τὸ θέμα ἀθάνατος. Τὸ θέμα μιᾶς λέξης δὲν ἀλλάζει, μόνο ἡ κατάληξη ἀλλάζει. Ἄρα τὸ τρισύνθετο ρῆμα θὰ γίνει κανονικὰ ἀπαθανατίζω = κάνω κάποιον ἢ κάτι ἀθάνατο. Π.χ. ὁ φωτογράφος ἀπαθανάτισε τὴν τελετὴ τοῦ γάμου, ὁ Ὅμηρος ἀπαθανάτισε τὸν Τρωικὸ Πόλεμο. Ἐὰν ποῦμε ἀποθανατίζω, τότε αὐτὸ σημαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ἀπὸ τὴν πρόθεση τοῦ ὁμιλοῦντος ἢ τοῦ γράφοντος. Δηλαδὴ ὁ φωτογράφος ἀποθανάτισε τὸ γάμο = σκότωσε, θανά- τωσε τὸ γάμο καὶ ὁ Ὅμηρος θανάτωσε τὸν Τρωικὸ Πόλεμο. Ἐδῶ ἔχουμε πράγματι ἕνα σοβαρὸ σολοικισμό. Ἐξ ἄλλου μὲ ἀπογοητεύει ἀφάνταστα ἡ ἀνευθυνότητα τοῦ «Νεοέλληνα» σὲ γλωσσικὰ ζητήματα. Δὲν λέμε ποτὲ μὲ «ἀπαγοητεύει», ἀλλὰ τὸ λένε πολλοί. Τὸ ἀπογοητεύω καὶ ἀπαγοητεύω εἶναι ἕνα ἐκ διαμέτρου ἀντίστροφο λάθος μὲ τὸ ἀπαθανατίζω καὶ τὸ καταχρηστικὸ ἀποθανατίζω. Ἡ γοητεία καὶ ἡ πρόθεση ἀπὸ ἔκαναν τὸ ρῆμα ἀπογοητεύω. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀγοητεία, γιὰ νὰ κάνῃ τὸ ἀπαγοητεύω, καὶ τέτοιο ρῆμα –ἀπαγοη- τεύω– δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ, ὅπως δὲν ὑπάρχει ἀπαγοήτευση ἀλλὰ ἀπογο- ήτευση. Θὰ μοῦ πῆτε τώρα, μιλᾶμε γιὰ ψύλλου πήδημα; Πολλοὶ θὰ τὸ δοῦνε καὶ θὰ τὸ ἀκούσουν, ἀλλὰ πολὺ λίγοι θὰ τὸ καταλάβουν. Ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι καὶ ἡ οὐσία τοῦ πράγματος τοῦ «Νεοελληνισμοῦ». Δὲν ζητοῦμε τὴν τελειότητα, ἀλλὰ νὰ βολευτοῦμε ὅπως-ὅπως. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο μας λάθος. Αὐτὸ τὸ λάθος! Περιγράφει καὶ ὁ Γ. Σεφέρης στὴν «Ἄρνησή» του. Θωμᾶς Ἠλιόπουλος 21936  ΔΑΥΛΟΣ 311, Μάρτιος 2008
← καθαρισμένο κείμενο