ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

312ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2008

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 22005
Φύλλο στό PDF
66 ἀπό 105
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Γήινη ακτινοβολία και επιλογή κατοικίας. Μια αρχαία γνώση αναβιώνει ως «Γεωπαθολογία» — ΛΑΔΑ, ΤΑΞΙΑΡΧΟΥΛΑ
    ἀρχή: σελ. 22005 · τέλος: δηλωμένο · τχ. 312

Κείμενο φύλλου

ΓΗΙΝΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ Μιὰ ἀρ χαί α γνώ ση ἀ να βι ώ νει ὡς «Γε ω πα θο λο γί α» Γε ω πα θο λο γί α, ἂν καὶ θε ω ρῆ ται ἐ πι στή μη ποὺ ἐ φαρμό ζει τὶς ἀρ χές της στὴν ἐ πι λο γὴ ση μεί ων ἀ νέ γερ σης σπι τι ῶν καὶ ἐ παγ γελ μα τι κῶν χώ ρων τὰ τε λευ ταῖ α χρόνια κυ ρί ως, στὴν πραγ μα τι κό τη τα –καὶ αὐ τὸ εἶ ναι τὸ ση μαν τι κό– εἶ ναι μί α γνώ ση, ποὺ τὴν ἐ φάρ μο ζαν στὴν ἐ πι λο γὴ καὶ κα τα σκευ ὴ ἑ στι ῶν καὶ χώ ρων λα τρεί ας. Σὲ πα λαι ό τε ρο τεῦ χος τοῦ «Δαυ λοῦ» (τ. 260-261) εἴ χα με ἀ να φερ θῆ στὸ πῶς οἱ δι ά φο ρες μορ φὲς γή ι νης ἀ κτι νο βο λί ας ἐ πη ρε ά ζουν τὸν ἄν θρω πο, προ κα λῶν τας σο βα ρὰ προ βλή μα τα ὑ γιεί ας. Αὐ τὸ ποὺ κά νει ἡ Γε ω πα θο λο γί α εἶ ναι, νὰ ἀ σχο λῆ ται μὲ τὴ με λέ τη τῶν γή ι νων γραμ μῶν, τῶν ἐ νερ γεια κῶν δινῶν καὶ τῶν ὑ πό γει ων ὑ δά τι νων ρευ μά των. Μπο ρεῖ νὰ ἀ κού γε ται πολύ πλο κο καὶ ἐ ξει δι κευ μέ νο, στὴν οὐ σί α ὅ μως πρό κει ται γιὰ μί α ἁ πλῆ ἰ δέ α, τὴν ὁ ποί α ἀ πὸ πο λὺ νω ρὶς εἶ χαν συλ λά βει καὶ ἐ φαρ μό σει, ὅ πως προ α να φέ ρα με, οἱ Ἕλ λη νες. Δὲν εἶ ναι τυ χαῖ ο τὸ γε γο νός, ὅτι ὅ ταν βρι σκώ μα στε σὲ το πο θε σί ες μὲ ἀρ χαί ους να ούς, αἰ σθα νό μα στε εὐ ε ξί α καὶ ἠ ρε μί α πα ράλ λη λα. Τυ χαῖ ος δὲν εἶ ναι ἐ πί σης ὁ σχε δια σμὸς ἀλ λὰ καὶ ὁ προ σα να το λι σμὸς αὐ τῶν τῶν να ῶν. Τὸ ἴ διο ἴ σχυ ε γιὰ τὶς ἑ στί ες, τοὺς χώ ρους ἐρ γα σί ας καὶ συ νε στι ά σε ων. Στὴν ἀρ χαί α Ἑλ λά δα ὁ ἀρ χι τέκτο νας, ποὺ ἀ να λάμ βα νε τὸ σχε δια σμὸ ἑ νὸς κτη ρί ου, θὰ ἔ πρε πε νὰ δι α θέ τῃ ἕ να σύ νο λο γνώ σε ων ὅ πως ἡ Γε ω με τρί α, ἡ Φι λο σο φί α, ἡ Ἱ στο ρί α, ἡ Μου σι κή, ἡ Με τεω ρο λο γί α ἀλ λὰ καὶ ἡ Ἀ στρο νο μί α ἔ τσι, ὥ στε νὰ εἶ ναι ἐ ξα σφα λι σμέ νη ἡ «ὑ γιεί α» τῆς οἰ κο δο μῆς καὶ φυ σι κὰ τῶν κα τό χων της. Σὲ ὅ,τι ἀ φο ρᾷ στὶς οἰ κί ες κυ ρί ως, τὸ φῶς τοῦ Ἡ λί ου ἔ παι ζε κα θο ρι στι κὸ ρό λο, γιὰ νὰ ἀ να πτύσ σων ται οἱ ἐ πι θυ μη τὲς θερ μο κρα σί ες τὸ χει μῶ να, νὰ προ στα τεύ ωνται ἀ πὸ τὴν ὑ γρα σί α καὶ τὴν ἰ σχὺ τῶν ἀ νέ μων καὶ τὸ κα λο καί ρι νὰ ἐ πι τυγ χά νων ται σκια σμὸς καὶ δρο σιά. Οἱ ἀρ χαῖ οι Ἕλ λη νες πί στευ αν, πὼς ἡ ἐ σω τε ρι κὴ ψυ χι κὴ ἁρ μο νί α ἐ πη ρε ά ζε ται ἀ πὸ τὴν ἀ κτι νο βο λί α τῆς Γῆς (ἐ δῶ δι α πι στώ νου με τὴν ταύ τι ση μὲ τὴ Γε ω παθο λο γί α), καὶ γι’ αὐ τὸ ἡ ἀρ χι τε κτο νι κὴ τοῦ σπι τιοῦ θὰ ἔ πρε πε ἀν τι στοί χως νὰ ΔΑΥΛΟΣ 312, Ἀπρίλιος 2008  22005
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →