ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
48ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1985
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Με πιράνχα — ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ, Σ.
Κείμενο φύλλου
ΣΠΥΡΟΣ -- ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ
Μὲ πιράνχα
Ἡ εἴδησι, σφαίρα ἀπὸ γκρά, τὸν ηὖρε κατάστηθα: «Στὴ Γερμανία ἡ ὄξινη
βροχὴ ἔεραίνει τὰ δάσή...». Στὴ Γερμανία! Ὃ Μέλας Δρυμός! Πῶς νὰ τὸ χωρέσει
ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου;
"Ἠταν δὲν ἦταν χρόνος ποὺ πῆρε τὸ πρῶτο χαμπέρι ἀπ ̓ τὴν ́Ασσο. «Οὔὕλη:
ἡ Ἔρυσσο, Κάτου κι ̓Αειπάνου, ξεραίνεται», τοῦ ̓γραφε ὁ Μπραούνης. «Τὰ κυπαρίσσια
σου, ποὺ καμάρωνες Μαλλιαροῦ κι ̓Αγριόσυκο, Σκαρτάδο καὶ Περιστεριώνα,
κλάφτα. Μόνε βιάσου, βάλε μέσο δελέγκου γι’ ἄδεια νὰ καρβουνιάσουμε.
Μπονώρα ἀρχίζω νὰ κόβω, πρόλαβε πρὶ κοτζεριστοῦνε οἱ δασικοί, πριχοῦ ἀνανοηθεῖ
ὁ κόσμος. Νὰ πιάσουμε τιμή...».
Οἱ πληροφορίες ἦταν πὼς τὸ δέντρο ἀλλαξοχρωμάτιζε ξαφνικὰ κι ὕστερα ἡ
κορφή του ἔπαιρνε νὰ γράφει ὑποτυπώδεις μαιάνδρους. Στοὺς δύο, στοὺς τρεῖς
μῆνες ἦταν νεκρό.
Στοχαστικὸς καὶ φρόνιμος ἄνθρωπος ὁ κύρ Γερασιμάκης: διαβασμένος καὶ
πολυκάτεχος. Δὲν γελιόταν, δὲν εἶχε αὐταπάτες. «ἼΑν τὰ μαζέψεις οὖλα», σκεφτότανε,
«βγάζεις τὸ σωστὸ συμπέρασμα. Ποὺ θὰ εἰπεῖ, πάει ἡ Ζωή, τέλειωσε,
αὐτὸ ἤτανε.... "Αντε νὰ ζήσουν κάνας Δευκαλίωνας, καμμιὰ Πύρρα. Μὰ γιὰ
τώρα τέλειωσε, πάει».
--Γερασιμάκη, κόπιασε στὸ τραπέζι κι ἄσε τὴ συλλογή. Εὐτυχῶς ἐμεῖς θὰ
πεθάνουμε ὀγλήγορις. Δὲν προλαβαίνουμε τὰ χειρότερα.
Ψιλή, βεργολυγερή, δουλευταροῦ ἡ γυναίκα. Σοφὴ καὶ γνοιαστικὴ κουμαντάριζε
τὴ γνοιάσι της. Τὴν ἔκανε αὐγολέμονο μὲ κότα ἀπ ̓ τὸ κοτέτσι της, πίττα
ἀπ ̓ τὸν κῆπο της; τσιγαρίδια ἀπ ̓ τὰ μυριστικά της. Τσοῦ ζιλέδες καὶ τὰ τσουράπια
τοῦ Γερασιμάκη τὰ Ἴπλεκε μόνη της. Κι ἄν πεῖς γιὰ βελόνι, ντρόπιαζε τσοὺ
μόδιστρους τῶν Παρισιῶνε -- γιὰ παλιὰ λέμε.
--Ε, ἀρχόντισσα, τῆς ἔλεγε ὁ ἄντρας της, ἐσὺ μάτια μου ἔπρεπε νὰ κυβερνᾶς
τὴν ὑφήλιο κι ὄχι ΓΚορμπατσώφ καὶ Ρήγκαν: Θὰ χόρταινες οὕλους τσοὺ
πεινασμένους κότα αὐγολέμονο...
Ἔκατσε στὸ τραπέζι ὁ γέρος καὶ περίμενε τὴν αὐγόκοψι. Ὃ ἄνθρωπος εἶναι
τὸ ἐπιστέγασμα, σκέπτονταν. Ἐπιστέγασμα, ποὺ ἀντὶ νὰ προστατεύει τὴν οἶκὀδομή,
τὴν καταστρέφει --- βαρὺ φορτίο, δὲν τὸ κραταίνει ἡ τοιχοποιία, ὁ πλανήτης
ἀστόχησε, ἡ πλάσι γέννησε τὸν Κρόνο της!
-- Ὁ Σπυράγγελος τοῦ Κουρεμένου πῆρε γράμμα ἀπ ̓ τὰ κορίτσια, Γερασιμάκη,
δὲν στὸ ̓πα πρέπει; Ἔρχονται.
-- Καὶ τί πὰ ̓ νὰ πεῖ «ἔρχονται»; Πότε ἔρχονται; Ποῦ; ̓Εδῶ στὴ ̓Αθήνα;
--- Ὦγιεσκε, μάτια μου. "Αλλο καὶ περὶ ̓Αθήνα! Μὲ τὸ νέφος! Στὸ χωριό,
λέω. Θὰ ̓ρτουνε πρῶτα οἱ Κοκολέοι καὶ πούλιο ὕστερις οἱ Χαροκοπαῖοι. Θέλουνε
νὰ πεθάνουνε ἐδῶ, μαζί μας.
̓Απόφαγαν, εἴπανε μερικὰ ἀκόμα. Στὸ τέλος σηκώθη ἡ κυρία ̓Αγγελική.
« ́ας κοιτάξω τὴν κουζίνα μου», εἶπε μὲ τὴν τραγουδιστὴ φωνή της. « Ἐσὺ Γερασιμάκη
μου, κάτσε στὴν κουνίστρα σοὺ νὰ ξεκουραστεῖς».
Ὁ κύρ Γερασιμάκης ἔπιασε τὴν ἐφημερίδα. "Ολο ἔλεγε νὰ μὴν ξαναπάρει,
μὰ πάλι ἔπαιρνε. Στὴν ̓Αγγλία εἶχε ἐκραγεῖ ἕνας «Πέρσινγκ» ἀπ ̓ τοὺς καινούρ-