ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

48ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1985

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 2502 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
23 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Με πιράνχα — ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ, Σ.
    ἀρχή: σελ. 2502 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 48

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΣΠΥΡΟΣ -- ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ Μὲ πιράνχα Ἡ εἴδησι, σφαίρα ἀπὸ γκρά, τὸν ηὖρε κατάστηθα: «Στὴ Γερμανία ἡ ὄξινη βροχὴ ἔεραίνει τὰ δάσή...». Στὴ Γερμανία! Ὃ Μέλας Δρυμός! Πῶς νὰ τὸ χωρέ- σει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου; "Ἠταν δὲν ἦταν χρόνος ποὺ πῆρε τὸ πρῶτο χαμπέρι ἀπ᾽ τὴν ΄Ασσο. «Οὔὕλη: ἡ Ἔρυσσο, Κάτου κι ᾿Αειπάνου, ξεραίνεται», τοῦ ᾿γραφε ὁ Μπραούνης. «Τὰ κυ- παρίσσια σου, ποὺ καµάρωνες Μαλλιαροῦ κι ᾿Αγριόσυκο, Σκαρτάδο καὶ Περιστε- ριώνα, κλάφτα. Μόνε βιάσου, βάλε µέσο δελέγκου γι’ ἄδεια νὰ καρβουνιάσουµε. Μπονώρα ἀρχίζω νὰ κόβω, πρόλαβε πρὶ κοτζεριστοῦνε οἱ δασικοί, πριχοῦ ἀνα- νοηθεῖ ὁ κόσμος. Νὰ πιάσουµε τιµή...». Οἱ πληροφορίες ἦταν πὼς τὸ δέντρο ἀλλαξοχρωμάτιζε ξαφνικὰ κι ὕστερα ἡ κορφή του ἔπαιρνε νὰ γράφει ὑποτυπώδεις µαιάνδρους. Στοὺς δύο, στοὺς τρεῖς μῆνες ἦταν νεκρό. Στοχαστικὸς καὶ φρόνιμος ἄνθρωπος ὁ κύρ Γερασιμάκης: διαβασμένος καὶ πολυκάτεχος. Δὲν γελιόταν, δὲν εἶχε αὐταπάτες. «ἼΑν τὰ μαζέψεις οὖλα», σκε- φτότανε, «βγάζεις τὸ σωστὸ συμπέρασμα. Ποὺ θὰ εἰπεῖ, πάει ἡ Ζωή, τέλειωσε, αὐτὸ ἤτανε.... "Αντε νὰ ζήσουν κάνας Δευκαλίωνας, καμμιὰ Πύρρα. Μὰ γιὰ τώρα τέλειωσε, πάει». --Γερασιµάκη, κόπιασε στὸ τραπέζι κι ἄσε τὴ συλλογή. Εὐτυχῶς ἐμεῖς θὰ πεθάνουμε ὀγλήγορις. Δὲν προλαβαίνουµε τὰ χειρότερα. Ψιλή, βεργολυγερή, δουλευταροῦ ἡ γυναίκα. Σοφὴ καὶ γνοιαστικὴ κουµαν- τάριζε τὴ γνοιάσι της. Τὴν ἔκανε αὐγολέμονο μὲ κότα ἀπ᾽ τὸ κοτέτσι της, πίττα ἀπ᾿ τὸν κῆπο της; τσιγαρίδια ἀπ᾿ τὰ µυριστικά της. Τσοῦ ζιλέδες καὶ τὰ τσουρά- πια τοῦ Γερασιμάκη τὰ Ἴπλεκε μόνη της. Κι ἄν πεῖς γιὰ βελόνι, ντρόπιαζε τσοὺ µόδιστρους τῶν Παρισιῶνε -- γιὰ παλιὰ λέμε. --Ε, ἀρχόντισσα, τῆς ἔλεγε ὁ ἄντρας της, ἐσὺ μάτια µου ἔπρεπε νὰ κυβερ- νᾶς τὴν ὑφήλιο κι ὄχι ΓΚορμπατσώφ καὶ Ρήγκαν: Θὰ χόρταινες οὕλους τσοὺ πεινασμένους κότα αὐγολέμονο... Ἔκατσε στὸ τραπέζι ὁ γέρος καὶ περίμενε τὴν αὐγόκοψι. Ὃ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα, σκέπτονταν. Ἐπιστέγασμα, ποὺ ἀντὶ νὰ προστατεύει τὴν οἶκο- ᾿δομή, τὴν καταστρέφει --- βαρὺ φορτίο, δὲν τὸ κραταίνει ἡ τοιχοποιία, ὁ πλανή- της ἀστόχησε, ἡ πλάσι γέννησε τὸν Κρόνο της! -- Ὁ Σπυράγγελος τοῦ Κουρεμένου πῆρε γράμμα ἀπ᾽ τὰ κορίτσια, Γερασι- μάκη, δὲν στὸ ᾽πα πρέπει; Ἔρχονται. -- Καὶ τί πὰ᾽ νὰ πεῖ «ἔρχονται»; Πότε ἔρχονται; Ποῦ; ᾿Εδῶ στὴ ᾿Αθήνα; --- Ὦγιεσκε, μάτια µου. "Αλλο καὶ περὶ ᾿Αθήνα! Μὲ τὸ νέφος! Στὸ χωριό, λέω. Θὰ ᾽ρτουνε πρῶτα οἱ Κοκολέοι καὶ πούλιο ὕστερις οἱ Χαροκοπαῖοι. Θέλου- νε νὰ πεθάνουνε ἐδῶ, μαζί μας. ᾿Απόφαγαν, εἴπανε μερικὰ ἀκόμα. Στὸ τέλος σηκώθη ἡ κυρία ᾿Αγγελική. «΄ας κοιτάξω τὴν κουζίνα μου», εἶπε μὲ τὴν τραγουδιστὴ φωνή της. « Ἐσὺ Γερα- σιμάκη μου, κάτσε στὴν κουνίστρα σοὺ νὰ ξεκουραστεῖς». Ὁ κύρ Γερασιμάκης ἔπιασε τὴν ἐφημερίδα. "Ολο ἔλεγε νὰ μὴν ξαναπάρει, μὰ πάλι ἔπαιρνε. Στὴν ᾿Αγγλία εἶχε ἐκραγεῖ ἕνας «Πέρσινγκ» ἀπ᾿ τοὺς καινούρ-
← καθαρισμένο κείμενο