ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
49ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1986
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το δικό του "Μεγάλο Μπάμ" — ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ, Σ.
Κείμενο φύλλου
πολνεαοο ΔΙΉΓΗΜΑ ΣΠ. ΓΕΡ. Γ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ
Τὸ δικό του «Μεγάλο Μπάμ»...
ΤΟΥ Ἂ,
Τὸ δεῖπνο στὴ Βία Βένετο, στοῦ "Ετορε.
Τὸ προσέφερε ὁ θειός του ὁ «ντζενιέρε»
πρὸς τιμή του, μὲ τὴν εὐκαιρία ποὺ ἦλθε
ἀπ’ τὴν κατακτημένη Ἑλλάδα.
̓Απ ́ τὸ μπάνιο, ἀκόμα, τοῦ φώναζε ἡ
Κλάουντια: «Αμόρε μίο, φόρεσε τὴ στολή
σου ἀπόψε. Πέρ φαθόρε».
Κούνησε τὸ κεφάλι πέρα δῶθε. Φόρεσε
παντελόνι γκρίζα φανέλλα, σακάκι μπλὲ
τσόχα.
-- Μπὲλ ἀνιμάλε, σκέφθηκε, καθὼς τὴν
πρόσεξε στὸ τραπέζι. Πανέμορφο ζῶο. Μὰ
πῶς διάβολο τὴν παντρέυτηκα; Κι ἦταν σίγουρος,
τὼς δὲν πήγαινε ἄλλο...
̓Εκείνη ξένοιαστη, ἀνύποπτη, ἐπιπόλαιη
κοιτάζονταν μὲ τὸν ἐραστή της. ̓Απαίτηση
νὰ ́ναι μὲ τὴν παρέα του δίπλα τους, πολὺ
κοντά τους. Εἶχε τὸ λόγο της: ἐραστής, ναί,
μὰ ταπεινωμένος -- ὁ αἰώνιος πόλεμος ἀνάμεσα
στὰ δύο φύλα: Κοντὰ στὸν Τενέντε
Καπιτάνο ὁ ἀγροῖκος τοῦ ̓Ασπρομόντε θὰ
ἦταν ὅ,τι ὁ κοῦκκος δίπλα στὸν αὐτοκρατορικὸ
ἀετό!...
-- Ὡραῖος ἄντρας, ψάρεψε στὰ θολά, σίγουρη
γιὰ τὴν «ἐργολαθβία», ἡ Ρομίνα, κι ἔδειξε
μὲ τὸ θλέφαρο τὸν ἀστυνομικό.
-- Χά, εἰρωνεύθηκε παραπλανητικὰ ἡ
«Κλάουντια, γιὰ φαντάσου! Μαρισάλο ματζόρε
α πιέντι! ̓Ανθυτιαασπιστὴς τῆς Χωροφυλακῆς!
Κατάλαθε ἀμέσως τὴ γκάφα της,
μὰ ἦταν ἀργὰ πιά... 'Ἡ Ρομίνα δὲν ἦταν χα-
εἶναι τὸ ζητούμενο, ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι οἱ
νεκροί! Αὐτοὶ πεθαίνουν παρεμπιπτόντως,
ἄδικα, κατά... λάθος...
- ̓ἁλόρα, ἔτσι γλεντᾶνε οἱ ἀξιωματικοί;
πείραξε τὸν ἐξάδελφό της ἡ, πάντα «ἀνάμεσα
ἼΑρτεμι κι ̓ ̓Αθηνᾶ», γαλανομέτωπη Ρομίνα.
̓Εκεῖνος τὴν κοίταξε, χωρὶς νὰ μιλήσει --ὄχι
γιὰ νὰ τὴ δεῖ...
Τὸ κορίτσι ἀλλαξοχρωμάτισε ξαφνικά. Δίχως
ἀδέλφια, εἶχε κάμει εἴδωλό της αὐτὸ
τὸν μοναδικὸ ἐξάδελφο.
-- Μαντόνα μία, εἶπε σχεδὸν. δυνατά. Κι
ἦταν σὰ νὰ φωτίστηκαν ὅλα, σὰ νὰ ὡρίμασε
ξαφνικά. Μὰ πῶς εἶχε τυλφωθεῖ λοιπόν;
Πῶς δὲν κατάλαβε ἐγκαίρως; Κοίταξε γύρω
τῆς ἀπελπισμένη. Λὲς καὶ ζητοῦσε σανίδα
νὰ τὴ ρίξει σὲ ναυαγό...
Τώρα πιά, προσθλητικὰ ἀδιάφορη γιὰ
ὅ,τι δὲν ἦταν αὐτός, βούλιαζε σὲ ζοφερὲς
σκέψεις. Προσπαθοῦσε νὰ ἰδεῖ (μὲ τὸν μικρὸ
κανθό -- μὴ τὴν καταλάθει) πίσω ἀττ'
τὸ ἀγαπημένο μέτωπο --- ποὺ εἶχε ὁριστικά,
φοθόταν, σκοτεινιάσει. Στ’ ὡραῖο του
πρόσωπο ἔγραφε κάτι μακρυνό, μὰ σάμπως
σὲ πρῶτο πλάνο. «Αὐτὸς εἶναι ὡς τὴν
εὐτυχίαν ἀπελπισμένος», συλλογίστηκε ἡ
κοπέλα, «αὐτὸς εὐδαιμονεῖ ἐν ἀπογνώσει
--μὰ ποιὰ τρίχα μᾶς κρατάει ἐδῶ; Κι ἐγὼ ἡ
ἠλίθια...»,
Τῆς ἦρθε ν ́ ἀνέβη στὸ τραπέζι καὶ νὰ βάλει
στριγγλιές. Νὰ σηκώσει τὰ φουστάνια
της καὶ νὰ θρίσει ξετσίπωτα, σὰν χαμάλης
-- μέσα σὲ μιὰ στιγμή εἶχε μισήσει τὴ Ζωή,
εἶχε μισήσει τοὺς ζωντανούς, ὅλους ὅσους
μποροῦσαν νὰ φρῦν...
-- Μὰ νόοον, μονολογοῦσε πεισματικά.
Οὔτε γι ́ ἀστεῖο πὼς τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι
τούτη ἡ βρώμα, κουέστα πουτάνα... Ἄλλο
εἶναι, κάτι ἀπείρως σοβαρότερο, κάτι συμπαντικὰ
καίριο. Νό νό νό! Ἡ Κλάουντια εἷναι
μιὰ ἀνύποπτη ποθερίνα, ἕνα τίποτε,
χιόνι στὰ ̓Ιμαλόϊα, ἀμμόκοκκος στὴ Σαχάρα...
-- Μπά, ἀντέλεγε στὸν ἑαυτό του τὴν ἵ-
Δὲν εἶχε κέφι ἀπόψε ὁ ὑπολοχαγὸς Γκαετάνο
Σκαλία. Μὰ σάμπως εἶχε καὶ ττοτὲ τελευταῖα;
"Οχι, ἡ Γῆ παραήτανε μανικόμιο...
-- Εἰς ὑγείαν, θεῖε, ὑποχρεώθηκε ν’ ἀπαντήσει
στὸ ἐπίμονο «α σαλοῦτε, Τενέντε Καπιτάνο»
τοῦ θείου του. Πιπίλισε τὸ ρόδο
τοῦ Πιεμόντε καὶ κλείστηκε καὶ πάλι στὶς
σκέψεις του. Κατὰ διαστήματα ἔκανε «σί»,
«σί». Τάχα τὼς ἄκουγε μὲ προσοχὴ τὸν «ἰντζενιέρε»,
ποὺ ἀνέλυε λεπτομερῶς τὴ στρατηγικὴ
μὲ τὴν ὁποία «λὲ φόρτσε ἀρμάτε...».
--- "Οχι, συμπέραινε τώρα ὁ νέος ὑπολοχαγός.
Τὰ «ἑκατομμύρια τῶν νεκρῶν» δὲν