ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

49ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1986

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 2591 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
48 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Το δικό του "Μεγάλο Μπάμ" — ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ, Σ.
    ἀρχή: σελ. 2591 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 49

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟΥ Ἂ, πολνεαοο ΔΙΉΓΗΜΑ ΣΠ. ΓΕΡ. Γ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ Τὸ δικό του «Μεγάλο Μπάμ»... Τὸ δεῖπνο στὴ Βία Βένετο, στοῦ "Ετορε. Τὸ προσέφερε ὁ θειός του ὁ «ντζενιέρε» πρὸς τιµή του, μὲ τὴν εὐκαιρία ποὺ ἦλθε ἀπ’ τὴν κατακτηµένη Ἑλλάδα. ᾿Απ΄ τὸ μπάνιο, ἀκόμα, τοῦ φώναζε ἡ Κλάουντια: «Αμόρε µίο, φόρεσε τὴ στολή σου ἀπόψε. Πέρ φαθόρε». Κούνησε τὸ κεφάλι πέρα δῶθε. Φόρεσε παντελόνι γκρίζα φανέλλα, σακάκι μπλὲ τσόχα. -- Μπὲλ ἀνιμάλε, σκέφθηκε, καθὼς τὴν πρόσεξε στὸ τραπέζι. Πανέμορφο ζῶο. Μὰ πῶς διάβολο τὴν παντρέυτηκα; Κι ἦταν σί- γουρος, τὼς δὲν πήγαινε ἄλλο... ᾿Εκείνη ξένοιαστη, ἀνύποπτη, ἐπιπόλαιη κοιτάζονταν μὲ τὸν ἐραστή της. ᾿Απαίτηση νὰ ΄ναι μὲ τὴν παρέα του δίπλα τους, πολὺ κοντά τους. Εἶχε τὸ λόγο της: ἐραστής, ναί, μὰ ταπεινωµένος -- ὁ αἰώνιος πόλεμος ἀ- νάμεσα στὰ δύο φύλα: Κοντὰ στὸν Τενέντε Καπιτάνο ὁ ἀγροῖκος τοῦ ᾿Ασπρομόντε θὰ ἦταν ὅ,τι ὁ κοῦκκος δίπλα στὸν αὐτοκρατο- ρικὸ ἀετό!... -- Ὡραῖος ἄντρας, ψάρεψε στὰ θολά, σί- γουρη γιὰ τὴν «ἐργολαθβία», ἡ Ρομίνα, κι ἔ- δειξε μὲ τὸ θλέφαρο τὸν ἀστυνομικό. -- Χά, εἰρωνεύθηκε παραπλανητικὰ ἡ «Κλάουντια, γιὰ φαντάσου! Μαρισάλο ματ- ζόρε α πιέντι! ᾿Ανθυτιαασπιστὴς τῆς Χωρο- φυλακῆς! Κατάλαθε ἀμέσως τὴ γκάφα της, μὰ ἦταν ἀργὰ πιά... 'Ἡ Ρομίνα δὲν ἦταν χα- Δὲν εἶχε κέφι ἀπόψε ὁ ὑπολοχαγὸς Γκαε- τάνο Σκαλία. Μὰ σάµπως εἶχε καὶ ττοτὲ τε- λευταῖα; "Οχι, ἡ Γῆ παραήτανε μανικόμιο... -- Εἰς ὑγείαν, θεῖε, ὑποχρεώθηκε ν’ ἀπαν- τήσει στὸ ἐπίμονο «α σαλοῦτε, Τενέντε Κα- πιτάνο» τοῦ θείου του. Πιπίλισε τὸ ρόδο τοῦ Πιεμόντε καὶ κλείστηκε καὶ πάλι στὶς σκέψεις του. Κατὰ διαστήματα ἔκανε «σί», «σί». Τάχα τὼς ἄκουγε μὲ προσοχὴ τὸν «ἰν- τζενιέρε», ποὺ ἀνέλυε λεπτομερῶς τὴ στρα- τηγικὴ μὲ τὴν ὁποία «λὲ φόρτσε ἀρμάτε...». --- "Οχι, συμπέραινε τώρα ὁ νέος ὑπολο- χαγός. Τὰ «ἑκατομμύρια τῶν νεκρῶν» δὲν εἶναι τὸ ζητούμενο, ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι οἱ νεκροί! Αὐτοὶ πεθαίνουν παρεμπιπτόντως, ἄδικα, κατά... λάθος... - ᾿ἁλόρα, ἔτσι γλεντᾶνε οἱ ἀξιωματικοί; πείραξε τὸν ἐξάδελφό της ἡ, πάντα «ἀνάμε- σα ἼΑρτεμι κι᾿ ᾿Αθηνᾶ», γαλανομέτωπη Ρο- μίνα. ᾿Εκεῖνος τὴν κοίταξε, χωρὶς νὰ μιλήσει --- ὄχι γιὰ νὰ τὴ δεῖ... Τὸ κορίτσι ἀλλαξοχρωμάτισε ξαφνικά. Δί- χως ἀδέλφια, εἶχε κάμει εἴδωλό της αὐτὸ τὸν μοναδικὸ ἐξάδελφο. -- Μαντόνα μία, εἶπε σχεδὸν. δυνατά. Κι ἦταν σὰ νὰ φωτίστηκαν ὅλα, σὰ νὰ ὡρίμα- σε ξαφνικά. Μὰ πῶς εἶχε τυλφωθεῖ λοιπόν; Πῶς δὲν κατάλαβε ἐγκαίρως; Κοίταξε γύρω τῆς ἀπελπισμένη. Λὲς καὶ ζητοῦσε σανίδα νὰ τὴ ρίξει σὲ ναυαγό... Τώρα πιά, προσθλητικὰ ἀδιάφορη γιὰ ὅ,τι δὲν ἦταν αὐτός, βούλιαζε σὲ ζοφερὲς σκέψεις. Προσπαθοῦσε νὰ ἰδεῖ (μὲ τὸν μι- κρὸ κανθό -- μὴ τὴν καταλάθει) πίσω ἀττ' τὸ ἀγαπημένο μέτωπο --- ποὺ εἶχε ὁριστι- κά, φοθόταν, σκοτεινιάσει. Στ’ ὡραῖο του πρόσωπο ἔγραφε κάτι µακρυνό, μὰ σάμ- πως σὲ πρῶτο πλάνο. «Αὐτὸς εἶναι ὡς τὴν εὐτυχίαν ἀπελπισμένος», συλλογίστηκε ἡ κοπέλα, «αὐτὸς εὐδαιμονεῖ ἐν ἀπογνώσει --μὰ ποιὰ τρίχα μᾶς κρατάει ἐδῶ; Κι ἐγὼ ἡ ἠλίθια...», Τῆς ἦρθε ν΄ ἀνέβη στὸ τραπέζι καὶ νὰ βά- λει στριγγλιές. Νὰ σηκώσει τὰ φουστάνια της καὶ νὰ θρίσει ξετσίπωτα, σὰν χαµάλης -- µέσα σὲ μιὰ στιγµή εἶχε μισήσει τὴ Ζωή, εἶχε μισήσει τοὺς ζωντανούς, ὅλους ὅσους μποροῦσαν νὰ φρῦν... -- Μὰ νόοον, μονολογοῦσε πεισματικά. Οὔτε γι΄ ἀστεῖο πὼς τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι τούτη ἡ βρώμα, κουέστα πουτάνα... Ἄλλο εἶναι, κάτι ἀπείρως σοβαρότερο, κάτι συμ- παντικὰ καίριο. Νό νό νό! Ἡ Κλάουντια εἷ- ναι μιὰ ἀνύποπτη ποθερίνα, ἕνα τίποτε, χιόνι στὰ ᾿Ιμαλόϊα, ἀμμόκοκκος στὴ Σαχά- ρα... -- Μπά, ἀντέλεγε στὸν ἑαυτό του τὴν ἵ-
← καθαρισμένο κείμενο