ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
49ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1986
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ — χωρίς ὄνομα στόν κατάλογο
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ἡ Ἢ ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝΊΔΕΩΝ ἵ
ΚΙΟΠΑΚΕΡ ΒΑΓΗ, Ὁ Γλάρος Ἰωανάθαν
Τὸ βιβλίο αὐτό, ποὺ τόσο πολὺ ἀγαπῶ, μοῦ ἦρθε ξανὰ στὰ χέρια, ἐτούτη τὴ φορὰ γιὰ
κριτική. ᾿Αντὶ ὅμως κριτικῆς, ὅπου ἴσως θὰ ἐπανελάμβανα «ἐπαινετικὰ λόγια» γιὰ τὸ πο-
λύπλευρο νόημα τοῦ βιβλίου, σκέφθηκα νὰ κάνω ἕνα «πρόλογο» γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες τοῦ
«Δαυλοῦ», ποὺ θὰ θελήσουν νὰ διαβάσουν τὸν «Γλάρο Ἰωνάθαν» καὶ νὰ προβληματι-
στοῦν προσπαθώντας μὲ τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ νὰ φθάσουν σὲ ἄλλα ὕψη ἄγνω-
στων κόσμων καὶ αἰνιγματικῶν.
Τὸ πέταγμα
ἜἜφθασαν πάλι κοντὰ στὴν ἄκρη τοῦ βράχου, ποὺ πρόβαλλε μαῦρος στὸν ἀτμώδη ὁ-
ρίζοντα. Σπίθες ἀπὸ φῶς ἀντανακλοῦσαν οἱ ὑγρές του κορφὲς ἀπὸ τὶς ἀχτῖνες τοῦ πρωΐ-
νοῦ ἥλιου. Πέρα ἡ καταγάλανη πινελιὰ τοῦ «οἴνοπος πόντου» ἔδειχνε ἤρεμη, παρ᾽ ὅλο
ποὺ αἰγοπηδοῦσε μὲ μικρὰ ἀργυρόχρωμα κύματα. Εἶχαν ἑτοιμάσει πατέρας καὶ γιός, χῶ-
ρὶς νὰ τοὺς πάρει εἴδηση κανεὶς στὸ παλάτι τοῦ Μίνωα - Ταύρου, μιὰ νέα πτητικὴ μηχανή.
Τούτη τὴ φορά, ὄχι γιὰ νὰ πετᾶ πάνω ἀπ᾽ τὴν Κρήτη γιὰ ἄμυνα τοῦ νησιοῦ μὲ ὁδηγὸ τὸν
Τάλω, τὸν ἀνεψιὸ τοῦ Δαίδαλου. Ἐτούτη ἡ μηχανὴ θ᾽ ἀνέβαινε ψηλά, πολὺ ψηλά, θὰ τα-
ξίδευε στὸν «ἀστερόεντα Οὐρανόν», καὶ ὁ Δαίδαλος θὰ ἔβλεπε ἀπὸ κοντὰ τὴ δημιουργία
τοῦ ρηγματικοῦ συμβάντος, ὅπως τήν ἀποκαλοῦσαν οἱ ἱερεῖς τοῦ Δελφικοῦ Κέντρου. Τὸ
Χάος! Ἔτσι ἐτούτη ἡ ἡμέρα ἦταν ἡ πρώτη καὶ ἡ τελευταία, ποὺ ἡ γῆ καὶ οἱ κάτοικοί της
θὰ ἔβλεπαν στὸν οὐρανὸ κάτι σὰν μιὰ σφαῖρα ἀργυρὴ νὰ πετᾶ καὶ νὰ φεύγει μὲ ἀπροσδιό-
ριστη ἀκόμη ταχύτητα πρὸς τοὺς αἰθέρες.
Καὶ νὰ ὁ Δαίδαλος μπροστὰ στὴν ἀπέραντη, ὅπως ἔλεγαν οἱ ἱερεῖς, δημιουργία, ἕνα
ὄν μέσα σ᾽ ἕνα ἀργυρόχρουν κέλυφος, ἕνα ὢὸν ποὺ ταξιδεύει στὸ σύμπαν μὲ οἴακα τὸν ὁ-
φθαλμὸ τῆς σκέψης καὶ μὲ ταχύτητα ἴση μὲ τὴν ἀνθρώπινη νόηση. Χρόνος ἱκανότητας
τῆς μηχανῆς μία ἀνθρώπινη μέρα. Ἔτσι εἶχε ὑπολογιστεῖ.
Ἢ σφαῖρα ἔφυγε, ἄστραψε στὸ φῶς τοῦ ἤλιου καὶ χάθηκε. Περνοῦσε τώρα πάνω ἀπ᾿
ὅλα, μέσα ἀπ᾿ ὅλα, ἀπὸ γαλαξίες, συστροφὲς ἀστέρων καὶ ἄλλα ἄγνωστα, ποὺ τοῦ προ-
καλοῦσαν δέος.
Καὶ ξάφνου τὸ ἀπέραντο τέλειωσε. Ὃ Δαίδαλος τρόμαξε. Ἕνα Ἔρεβος φάνηκε νὰ
διαδέχεται τὴν νύχτα τῶν ἀστεριῶν. Ὁ οἴακας - ὀφθαλμός, σὰν ἀπὸ ἔνστικτο, ἔστρεψε τὸ
κέλυφος πρὸς τὸ φῶς.
--- Εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσω πρὸς τὰ ἐκεῖ. Δὲν μπορῶ νὰ δῶ, θὰ γυρίσω στὴ γῆ,
ψιθύρισε ὁ Δαίδαλος καὶ βρέθηκε ἀμέσως στὴ γῆ, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ξεκίνησε τὸ πρωϊνὸ ἐκεῖ-
νο, στὴν Κρήτη.
Ὁ Ἴκαρος τὸν περίμενε.
-- Ἧρθες πολὺ γρήγορα, πατέρα, γιατὶ δὲν εἶδες τὸ σύμπαν;
-- Τὸ εἶδα.
- Λοιπόν;
ὋὉ Δαίδαλος τοῦ ἐξήγησε μὲ δυὸ λόγια ὅσα εἶχε δεῖ.
-- ὍὭστε αὐτὸ εἶναι τὸ σύμπαν;
- Ναί, νομίζω αὐτό, τίποτε ἄλλο.
--- Καὶ τὸ ἔρεβος; Γιατὶ δὲν προχώρησες στὸ ἔρεβος; Φοβήθηκες;