ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
51ΜΑΡΤΙΟΣ 1986
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Τα πουλιά κ' οι σκίουροι της Ουάσινγκτων — ΓΑΛΑΝΑΚΗ, ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Κείμενο φύλλου
5 ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ κ
̓
ΤΟΥ Ἅ.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ
Τὰ πουλιὰ κ ̓ οἱ σκίουροι τῆς Οὐάσιγκτων
̓Αγαπῶ τὴν Ἑλλάδα μου, τὸν τόπο μου,
ποὺ εἶναι ὃ πιὸ δοξασμένος ἀνὰ τοὺς αἰῶνες.
Ὅταν φεύγω γιὰ μιὰ πόλη Εὐρωπαϊκὴ
ἢ ̓Αμερικάνικη, ἣ λαχτάρα μου εἶναι νὰ
γυρίσω, νὰ βρεθῶ πάλι στὶς συνήθειές μου,
στὸν περίγυρό μου, κ ̓ εἶναι ἀπερίγραφτο τὸ
φτέρωμα τῆς ψυχῆς μου, ὅταν ἀγγέλλει ἢ
φωνὴ μέσα στὸ τεράστιο «μπόϊνγκ», ὅτι
βρισκόμαστε πάνω ἀπ ̓ τὸν Σαρωνικὸ (ἀφοῦ
πρῶτα ἀναγγέλθηκε ἣ Κέρκυρα) καὶ ἤδη
φτάνουμε στὴν ̓Αθήνα». «Κλεινὸν ”Αστυ».
Πρέπει νὰ ξαναγίνει, γιατὶ δὲ φτάνει
νὰ βασιζόμαστε μονάχα στ) ἀρχαῖα μας!
̓Αλλὰ γιὰ κεῖνο ποὺ θέλω νὰ γράψω τώρα...
εἶναι γιὰ τὸ ταξίδι μου στὴν Οὐάσιγκτων,
γιὰ τὴ δίμηνη ἐκεῖ διαμονή μου.
Οὐάσιγκτων. Οὐάσιγκτων Ὀ.Ο. Κάθομαι
ἐδῶ, στὸ φάμιλυ ρούμ, πλάϊ στὸ μεγάλο
παράθυρο μὲ τὰ διπλᾶ χοντρὰ τζάμια καὶ
κυττάζω ἔξω, τὸ τοπίο τοῦ κήπου κάτασπρο
ἀπ ̓ τὸ χιόνι, ἀπάτητο, παρθένο. Κυττάζω
τὰ πουλάκια πάνω στὰ δέντρα, ποὺ
κάθε τόσο κατεβαίνουνε καὶ σκαλίζουνε τὸ
χιόνι γιὰ τροφή. Αὐτὰ τὰ πουλάκια ἔχουν
μιὰ χρωματικὴ ποικιλία ἀφάνταστη. Σ ̓ ὅλα
τὰ χρώματα καὶ τὰ μεγέθη! Τὸ πιὸ ὢραῖο
ἀπ ̓ τὰ πουλιὰ εἶναι ὃ καρδινάλιος, ἕνα
κατακόκκινο πουλὶ μὲ μιὰ μικρὴ μαύρη
μπροστέλλα μόνο στὸ λαιμό, κοντὰ στὸ
κόκκινο ράμφος του. Κ ̓ ἢ γυναίκα του ἀπὸ
κοντά! Λιγότερο φανταχτερή, μὲ λιγώτερο
κόκκινο καὶ μ ̓ ἕνα λοφιάκι στὸ κεφάλι...
Τὰ πουλάκια δὲν τὸ φοβοῦνται τὸ χιόνι...
̓Αντίθετα, τὰ σκιουράκια, τρίτη μέρα σήμερα
μὲ χιόνι, χαθήκανε! Δὲν κατεβήκανε
ἀπ ̓ τὴν κορφὴ τῶν ψηλῶν δέντρων, κάτω
στὸ ἔδαφος... Θάναι κρυμμένα στὶς φῶληές
τους, ὥσπου νὰ περάσει ἣ καταιγίδα
τοῦ χιονιοῦ. Στὸν κῆπο ἔχουνε κρεμάσει σ ̓
ἕνα μέρος μιὰ στήλη κυλινδρικὴ μὲ τρύπες
ἐδῶ κι ἐκεῖ, ποὺ μοιάζει σὲ κορμὸ δέντρου.
Θάναι περίπου δυὸ ποδιῶν τὸ μῆκος
τῆς. Στὸ τέλος της, ἀπὸ κάτω, ὑπάρχει ἕνα
πιάτο. Μέσα σ ̓ αὐτὸν τὸν ὑποθετικὸ κορμὸ
ρίχνουνε σπόρους οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ
τώρα τὸ χειμώνα, ποὺ πουλιοῦνται εἰ-
δικὰ γιὰ τὰ πουλιὰ τ ̓ οὐρανοῦ... Αὐτὴ ἢ
στήλη εἶναι ἀπὸ πλαστικὸ καὶ γίνεται μεγάλη
μάχη μὲ τὰ πουλιά, καθὼς ἀκουμπᾶνε
γύρω στὸ πιάτο καὶ σπρώχονται, γιὰ νὰ
κερδίσει τὸ καθένα γιὰ τὸν ἑαυτό του τὴν ἐπίδοξη
θέση μπροστὰ στὴν τρύπα, ὅπου θὰ
βυθίσει τὸ ράμφος του καὶ θὰ φάει σπόρους,
ποὺ πολλοὶ ἀπ ̓ αὐτοὺς χύνονται στὸ
πιάτο καὶ πάνω στὸ χιόνι, καθὼς ἢ στήλη
ταλαντεύεται ἀπ ̓ τὴ ζωηρὴῇ κίνηση...
Οἱ σκίουροι κατεβαίνουνε κι αὐτοὶ καὶ
καταφέρνουνε, ἀφοῦ δὲν ἔχουνε τοῦ -πουλιοῦ
τὴν ἐλαφράδα γιὰ νὰ πατήσουνε στὸ
πιάτο, νὰ σπρώξουνε μὲ τὴν οὐρίτσα τους
ἀπὸ μακρυὰ τοῦτο τὸν ψεύτικο κορμὸ δέντρου
μὲ τὶς τρύπες καὶ μὲ τοὺς σπόρους ἓντός,
γιὰ νὰ χυθοῦνε στὸ χιονισμένο ἔδαφος
καὶ νὰ τρέξουνε κάτω νὰ τοὺς φᾶνε. Δὲ νομίζω
πὼς ὑπάρχει πιὸ σβέλτο καὶ ταχὺ ζωάκι
ἀπ ̓ αὐτοὺς τοὺς σκιούρους. Τοὺς χάνεις
ἀπ ̓ τὰ μάτια σου στὸ μισὸ τοῦ δευτερόλεπτου,
μ ̓ ὅλο ποὺ τὰ παρακολουθεῖς.
Ἔχουν κιόλας ἀνέβει πάλι στὴν κορφὴ τοῦ
πανύψηλου δέντρου. 'Ο βηματισμός τους
εἶναι πηδηχτὸς κ ̓ ἢ φουντωτὴ οὐρίτσα σὲ
διαρκῆ κίνηση. Ἣ μουρίτσα τους εἶναι σὰν
ἑνὸς μεγάλου ποντικοῦ καὶ τὸ χρῶμα τους
καφετὶ ἀνοιχτό. Κατεβαίνουμε σὰν ἆστραπὴ
καὶ σὰν ἀστραπὴ πάλι ἀνεβαίνουμε στὰ
δέντρα, ποὺ τώρα τὸ χειμώνα - Γενάρης, 15
εἶναι ξεγυμνωμένα ἀπ ̓ τὰ φύλλα τους, μὰ
τὸ ἴδιο ὄμορφα μὲ τὰ πυκνὰ κλαδιά τους,
ποὺ ὑψώνονται πρὸς τὸν οὐρανὸ σὰν δέηση,
θάλεγες, γιὰ τὸν γρήγορο ἐρχομὸ τῆς
ἄνοιξης, ποὺ τὴν ἔχω γνωρίσει σ ̓ ἄλλο ταξίδι
μου καὶ ποὺ εἶναι ὄργιο πράσινου.
̓Εδῷ, στὸν κῆπο μας, εἶναι ἕνα δεντράκι
γεμᾶτο κιόλας μπουμπούκια ἀπ ̓ τὸν Δεκέμβρη.
«Πῶς αὐτό»; ρωτάω. «Ἔτσι, βιάζεται
αὐτό...», μοῦ ἀπαντᾶνε. «Μόλις γίνεται
καλοκαιρία κ ̓ ἢ θερμοκρασία ἀνεβαίνει
ἀπ’ τὸν μηδὲν κ ̓ οἱ μέρες ζεσταίνονται
κάπως, αὐτὸ μπουμπουκιάζει...». Κι ἔτσι,
βιαστικὸ κι ̓ ἔτοιμο, προσμένει τὴν
ἄνοιξη, ποὺ θὰ μεγαλώσει πιὰ μὲ σιγουριὰ